Still

Still

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Μελλοντικό έργο




Σκοτάδι στη σκηνή.


Αφηγητής: Πρώτα είναι η άνοιξη.

Μετά το καλοκαίρι, η ζεστασιά. Φθινόπωρο, χειμώνας. Πρώτα είναι η άνοιξη, το ανανεωμένο, το καινούργιο πρόσωπο του κόσμου. Μετά η ωρίμανση, μέση ηλικία. Γεράματα.

Έτσι ήταν, μέχρι εκείνο το πρωινό στις δέκα του Δεκέμβρη, που ο Τζίμ Τάνερ σωριάστηκε στο παγωμένο έδαφος έξω απο το ταχυδρομείο με το κεφάλι του ανοιγμένο στη μέση. Το μόνο που είδαν οι λιγοστοί διαβάτες που βρέθηκαν κοντά του στις έξι και εικοσιπέντε το πρωί, ήταν τα γονατά του που λύγισαν. Και μετά, το κεφάλι του.

Δυό κομμάτια ακόμα ενωμένα στη βάση τους, σαν λουλούδι που μόλις άνοιξε.


Πράξη πρώτη

Φώς στη σκηνή. Ένα γραφείο αστυνομικού τμήματος. Δυό άνδρες με στολές, ο ένας, κοντόχοντρος, κάθεται, ο άλλος ψηλόλιγνος, περιτριγυρίζει στο χώρο. Έντονα, με δυνατά βήματα, καταμετρώντας:

Πρώτος αστυνομικός: “Τριάντα ένα. Δύο, τρία και έφτασα. Σύνολο, τριάντα τρία βήματα απο την είσοδο του σπιτιού μου”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Του σπιτιού του. Ας μην ταυτιζόμαστε”.
Πρώτος αστυνομικός: “Έστω. Τριάντα τρία βήματα, σπίτι - ταχυδρομείο. Διαδρομή που έκανε κάθε μέρα την ίδια ώρα”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Πολύ νωρίς για δουλειά”.
Πρώτος αστυνομικός: “Αλλά έτσι του άρεσε. Να είναι εκεί τουλάχιστον μισή ωρα πριν απο τους άλλους. Να τακτοποιεί, να οργανώνει χαρτιά και φακέλους. Σύμφωνα με τον συνεργάτη του, έναν κύριο Μπράιτ, ήταν ήσυχος άνθρωπος. Δεν μίλαγε πολύ. Φανατικά ακριβής”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Βαρετός”.
Πρώτος αστυνομικός: “Ίσως. Δεν παντρεύτηκε ποτέ”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Ξέρω πολλούς βαρετούς παντρεμένους”.
Ο άλλος σταματά να στέκεται και κάθεται παραιτημένος, με ένα ξεφύσημα, στον καναπέ απέναντι απο το γραφείο.
Πρώτος αστυνομικός: “Τί του συνέβη”;
Δεύτερος αστυνομικός: “Δεν υπήρχε κανείς κοντά του την ώρα που του συνέβη. Ένα καθαρό κόψιμο στη μέση του κεφαλιού και... αυτό ήταν”.
Πρώτος αστυνομικός: “Σαν να τον χτύπησε αόρατος πέλεκυς”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Η ρομφαία του αρχάγγελου Μιχαήλ”.
Πρώτος αστυνομικός: “Θα ήταν ταιριαστό, με τα Χριστούγεννα τόσο κοντά”.
Γελάνε σιγανά και μετά μένουν αμίλητοι να κοιτιούνται.
Ο άνδρας που κάθεται στο γραφείο, ψελλίζει:

Δεύτερος αστυνομικός: “Ίσως χρειαζόμαστε βοήθεια”.


Σκοτάδι στη σκηνή. Φώς στο λευκό πανί που κρέμεται πίσω της. Επάνω του, ανθρώπινες σκιές παίζουν τους ρόλους τους παράλληλα με την αφήγηση.


Αφηγητής: Στις δεκατρείς Δεκεμβρίου, ώρα δύο και δέκα, η κυρία Όλσον καθόταν στη στάση του λεωφορείου νούμερο πέντε, για Μπρούμινγκτον.

Η κυρία Πέρεζ με όλα της τα εκατόν δέκα κιλά, ήρθε και κάθισε δίπλα της. Μίλησαν για τον καιρό, τις εκπτώσεις που θα ξεκινούσαν σύντομα στο εμπορικό κέντρο, την τελευταία θεατρική παράσταση στο δημοτικό θέατρο και πως θα ήθελαν να την είχαν παρακολουθήσει, ίσως μαζί. Έμειναν αμίλητες για λίγο. Η κυρία Όλσον έσκυψε το κεφάλι για να πάρει μια καραμέλα απο την τσάντα της. Γύρισε να προσφέρει μία στην κυρία Πέρεζ που καθόταν ακόμα, αμίλητη, δίπλα της - τί καλύτερος τρόπος να σπάσει την σιωπη - όταν την είδε. Πιο ψηλόλιγνη απο ποτέ. Το κεφάλι της να ξεπροβάλλει λίγο πιο πάνω απο τα σπασμένα τζάμια της οροφής της στάσης, πιο στενό απ'οτι θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα ανθρώπινο κεφάλι. Το σώμα της, μια στέκα φυτεμένη στο χώμα, σαν τα σχοινιά των φακίρηδων που ταλαντεύονται όρθια, στο ρυθμό ενός φλάουτου. Μαγεία.

Δευτερόλεπτα μετά, το συνθλιμμένο κουφάρι να σωριάζεται στο χώμα, σε ένα υγρό χαλί απο τα αναμεμιγμένα σωθικά του.

Οι σκιές στον τοίχο πολλαπλασιάζονται, παριστάνοντας ανθρώπους που πέφτουν σε τυχαία σειρά, σαν κεραυνοβολημένοι στο πάτωμα. Ένα ανθρώπινο κουβάρι.

Αφηγητής: Συνέβησαν και άλλα.


Πράξη δεύτερη

Φώς στη σκηνή. Ίδιο γραφείο. Οι δύο αστυνομικοί στέκονται όρθιοι. Καθισμένος στην καρέκλα του γραφείου, ένας κουστουμαρισμένος, κομψός τύπος τους κοιτάει αυστηρά.

Επιθεωρητής: “Έπρεπε να ζητήσετε τη βοήθεια μας γρηγορότερα”.
Οι αστυνομικοί στέκονται αμίλητοι, με ένοχα βλέμματα. Τους αγνοεί και αρχίζει να διαβάζει απο τα χαρτιά του.
Επιθεωρητής: “Ένας αποκεφαλισμός”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Ε, συγγνώμη που σας διακόπτω, αλλά... όχι ακριβώς”.
Επιθεωρητής: “Μια διχοτόμηση κεφαλιου τότε, στις δέκα Δεκεμβρίου. Μια... επιμήκυνση στις δεκατρείς. Δύο διαχωρισμοί σωμάτων, ο πρώτος παράλληλα με το επίπεδο των λαγόνιων ακανθών, ο άλλος διαγώνια, απο το έκτο πλευρό ως την αριστερή κλείδα. Και οι δύο στις δεκατεσσερεις του μήνα. Κανένα στοιχείο”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Κανένα”.
Πρώτος αστυνομικός: “Είχαμε μια ήσυχη πόλη. Όλα αυτά είναι καινούργια εδώ”.
Επιθεωρητής: “Είναι καινούργια παντού, πιστεψέ με”.
Σκύβει προς τα εμπρός σαν να θέλει να ξεκουραστεί, με μάτια μισοκλειστά.
Επιθεωρητής: Είδα... είδα ένα βράχο στην είσοδο της πόλης σας. Ήταν πάντα εκεί, το ξέρω, είχα ξανάρθει εδώ κάποτε, αλλά δεν τον θυμάμαι έτσι. Σαν να μίκρυνε, σαν να είναι φαγωμένος απο... κάτι”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Είναι πέτρα, και αυτές γερνάνε, υποθέτω”.
Επιθεωρητής: “Δεν είναι τόσο απλό. Ή μήπως είναι; Ήταν στη γωνία της μεγάλης ταμπέλας και φαινόταν τεράστιος. Τώρα, θα μπορούσες να ξεχάσεις οτι τον είδες”.
Πρώτος αστυνομικός: “'Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πρίν, αλλά έχει δίκιο! Πρέπει να έγινε πρόσφατα”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Και τί σχέση έχει με τις υποθέσεις μας”;
Επιθεωρητής: “Ίσως πρέπει να δούμε το πρόβλημα της πόλης σας διαφορετικά”.
Πρώτος αστυνομικός: “Αυτοκτονίες..”;
Ο επιθεωρητης σταυρώνει τα χέρια του και απαντά με ψέυτικο στόμφο.

Επιθεωρητής: “Αυτός... Είναι ο χειμώνας της δυσαρέσκειάς σας”.


Σκοτάδι στη σκηνή. Φώς στο λευκό πανί πίσω της. Σκίες αναπαριστούν.


Αφηγητής: Μέσα Δεκεμβρίου. Έξι και είκοσι το πρωί.

Στον δρόμο έξω απο το ταχυδρομείο, ο κύριος Μπάρκερ περπατούσε βιαστικά για να παραλάβει το πακέτο με τα σεξουαλικά βοηθήματα που είχε παραγγείλει απο το διαδίκτυο. Στις έξι και εικόσι πέντε γύριζει, χαμογελώντας, να χαιρετήσει την κυρία Άννικα που στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Καθώς σηκώνει το χέρι του, το ένα τέταρτο του κεφαλιού του πέφτει στο έδαφος, με το αριστερό του μάτι να χύνεται πρώτο στο δρόμο.

Ακολουθούν τα υπόλοιπα περιεχόμενα του κρανίου του.


Πράξη τρίτη

Φώς στη σκηνή. Μια αίθουσα συνεδριάσεων. Βλέπουμε τον επιθεωρητή στο κέντρο, μπροστά απο ένα πίνακα, με ένα μαρκαδόρο στο χέρι. Καθισμένοι γύρω του, οι δυό αστυνομικοί, τρία ακόμη αξιοσέβαστα πρόσωπα μπροστά μπροστά, καθώς και αρκετοί ανώνυμοι θεατές.

Ο επιθεωρητής σχηματίζει μια φιγούρα στο κέντρο του πίνακα. Στη συνέχεια ζωγραφίζει με διακοπτόμενες γραμμές, ένα ημικύκλιο να περνά κάθετα μέσα απο το κεφάλι της.

Επιθεωρητής: “Έτσι υποθέτουμε πως άρχισαν τα πράγματα. Η λεπίδα εμφανίζεται για κλάσματα δευτερολέπτου στην οθόνη”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Μα, απο που ήρθε”;
Επιθεωρητής: “Δεν ξέρουμε. Αλλά είναι εκεί”.
Αφήνει τον μαρκαδόρο και στέκεται τα χέρια πίσω απο την πλάτη, κοιτώντας το κοινό έντονα.
Επιθεωρητής: “Οι περισσότεροι γνωρίζετε το σχέδιο που εφαρμόσαμε σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές. Μετα το δεύτερο επεισόδιο εξω απο το ταχυδρομείο, αποκλείστηκαν πρώτα, όλες οι περιοχές των πρόσφατων... εγκλημάτων. Μετά, τοποθετήθηκαν κάμερες εικοσιτετράωρης παρακολούθησης, καθώς και ένστολο προσωπικό. Σκοπός, η αποκάλυψη τυχόν επαναλαμβανόμενου εξωγενούς παράγοντα, υπεύθυνου για τους θανάτους”.
Καθηγητής Μόργκ: “Και το αποτέλεσμα”...
Επιθεωρητής: “Είναι αυτό που μόλις σας είπα. Καταγεγραμμένα αποτελέσματα απο τις δεκαοχτώ Δεκεμβρίου, ώρα δύο και είκοσι το μεσημέρι. Δεκαεννέα Δεκεμβρίου και ώρα πέντε ακριβώς το απόγευμα. Και σήμερα το πρωί, είκοσι Δεκεμβρίου, στις έξι και εικοσιπέντε ακριβώς το πρωί, η τελευταία ενδιαφέρουσα βιντεοσκόπηση, απο τις κάμερες έξω απο το ταχυδρομείο”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “Οι παρόντες ένστολοι”;
Επιθεωρητής: “Ισχυριζονται πως δεν είδαν τίποτα, όλα τα συμβάντα κράτησαν κλάσματα του δευτερολέπτου. Και είναι όντως επαναλαμβανόμενα, το κάθε ένα, ακριβώς εκατόν είκοσι ώρες μετά το αρχικό περιστατικό”.
Δείχνει τον κοντόχοντρο αστυνομικό.
Επιθεωρητής: “Παρακαλώ”...
Ο αστυνομικός διαβάζει όρθιος, φανερά ταραγμένος.
Δεύτερος αστυνομικός: “Μια ημικυκλική λεπίδα που ανεβοκατεβαίνει, εκατόν εβδομήντα πόντους απο το έδαφος, ως άγνωστο ύψος. Δύο οδοντωτοί δίσκοι που εφάπτονται περιστρεφόμενοι κάθετα, στο επίπεδο του εδάφους και ως άγνωστο ύψος. Μία λεπτή ράβδος που γυρίζει στο κέντρο της πόλης, ογδόντα εκατοστά απο το έδαφος, σε διάμετρο διακοσίων μέτρων”.
Ένας απο τους καθηγητές που κάθονται μπροστά, πετάγεται απότομα.
Καθηγητής Μόργκ: “Πυθαγόρα μου”...
Καθηγητής Ρέελιτς: “Δεν νομίζω να τολμήσεις να εισάγεις τις τρελές σου απόψεις σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα”;
Καθηγητης Μόργκ: “Ενώ εσύ θα αφήσεις τις εξωγήινες θεωρίες σου έξω απο αυτή τη συζήτηση, υποθέτω”.
Επιθεωρητής: “Κύριοι”...
Καθηγητής Ρέελιτς: “Μα, είναι ηλίου φαεινότερο πως κάποια εξωγήινη ιδιοφυία παίζει μαζί μας”.
Καθηγητής Μόργκ: “Συνεχίζεις να αγνοείς τις δημοσιεύσεις μου επί του ζητήματος, ο Πυθαγόρας”...
Καθηγητής Ρέελιτς: “... τα είχε πεί όλα. Ξέρω ακριβώς που το πάς. Αντικατέστησες τον Νοστράδαμο με τον ύψιστο ελλήνα φιλόσοφο, καταντώντας τον έρμαιο της ακόρεστης φιλοδοξίας σου”.
Επιθεωρητής: “Κύριοι, δεν θα το πώ ξανά. Σκασμός”.
Σκύβει απειλητικά πάνω τους.
Επιθεωρητής: “Ειμαι απόλυτα ενήμερος για τις... πεποιθήσεις σας. Σας έφερα εδω με την ελπίδα πως θα μπορούσατε να βοηθήσετε να δούμε το τί συμβαίνει απο μια νέα οπτική γωνία. Για να σας απαντήσω, όχι, η κυβέρνηση δεν αποκρύπτει κάποιο εξωγήινο μήνυμα, ούτε απ' όσο ξέρω, οι μέθοδοι εδώ ακολούθουν κάποιο γνωστό πυθαγόρειο θεώρημα. Εκτός και αν οι αρχαίοι Έλληνες αρέσκονταν στο να σφάζονται μεταξύ τους μέσα στις ακαδημίες τους”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί εξαφανίστηκαν όλοι”.
Καθηγητής Μόργκ: “Οι Έλληνες δεν έχουν εξαφανιστεί. Άσχετε”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “Αρχαιολάτρη”.
Καθηγητής Μόργκ: “Αλλοπαρμένε”.
Ο τρίτος υψηλός προσκεκλημένος, ένας καχεκτικός γεράκος, σηκώνει το χέρι του διστακτικά.
Καθηγητής Χότσκινς: “Κύριε επιθεωρητά”...
Επιθεωρητής: “Ναί”..;
Καθηγητής Χότσκινς: “Υπήρξαν, θέλω να πώ, γνωρίζετε για άλλα παρόμοια περιστατικά, ίσως, ίσως... Χωρίς ανθρώπινα θύματα στην περιοχή”;
Απαντά, σαν μόλις να ξυπνά, ρίχνωντας ένα θυμωμένο βλέμμα στους άλλους δύο καθηγητές.
Επιθεωρητής: “Βεβαίως, θα έφτανα και σε αυτό”.
Απευθύνεται στον ψηλόλιγνο αστυνομικό.
Επιθεωρητής: “Αν θα μπορούσατε”.
Ο αστυνομικός σηκώνεται και απαγγέλει με επισημότητα.
Πρώτος αστυνομικός: “Μετά την καταγεγραμμένη επιβεβαίωση της επαναληψιμότητας της κατάστασης, ειδικό κλιμάκιο επισκέφτηκε πόρτα πόρτα τους κατοίκους. Ανακαλύψαμε πως υπήρξαν πολλά παρόμοια περιστατικά στην περιοχή αυτό τον χειμώνα, όπως διαλλυμένα δέντρα και περίεργοι θάνατοι ζώων στα περίχωρα της πόλης,. Δυστυχώς, όλα αυτά είναι δύσκολο να τοποθετηθούν επακριβώς χρονικά. Πιο χαρακτηριστικά, μια κυρία Σαντ, είχε κατηγορήσει τρισάκις τον γιό του γείτονα της, πως της έκοψε τα σύρματα της μπουγάδας. Τον μήνυσε για φθορά ξένης περιουσίας και ψυχική οδύνη. Τα σχοινιά κόπηκαν και τις τρείς φορές στα ίδια σημεία. Κάθε πέντε ημέρες, απο τις εφτά ως τις δεκαεφτά Δεκεμβρίου”.
Οι καθηγητές κοιτιούνται ανήσυχα.
Επιθεωρητής: “Πριν με ρωτήσετε, ναί, έχουμε ήδη τοποθετήσει κάμερες στον κήπο της εν λόγω κυρίας”.
Καθηγητής Χότσκινς: “Τρείς φορές”...
Καθηγητής Μόργκ: “...άρα δεν τελείωσε ακόμη”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “'Ό,τι και αν είναι”.
Τους διακόπτει ενοχλημένος.
Επιθεωρητής: “Τί εννοείτε”;
Καθηγητής Χότσκινς: “Επιθεωρητά, μήπως... Μήπως, η αιτία είναι δευτερευούσης σημασίας αυτή τη στιγμή; Μήπως, πρέπει να φύγουμε απο την πόλη..; Mία, μία εκκένωση, εφόσον το συμβάν είναι ακόμη εν εξελίξει, μήπως δεν πρέπει να καθόμαστε καν εδώ”...
Επιθεωρητής: “Για μια στιγμή, δεν νομίζω πως”...
Καθηγητής Χότσκινς: “Δεν καταλαβαίνετε; Είναι σαν να μην υπάρχουμε... Το έργο άλλαξε, δεν μας λαμβάνει πια καθόλου υπόψη”!
Σηκώνεται τρεμάμενα.
Καθηγητής Χότσκινς: “Ποιός ξέρει... πού θα χτυπήσει ξανά”...
Ο κόσμος αρχίζει να σηκώνεται απο τις καρέκλες του και να οδεύει προς την έξοδο, φωνάζοντας ανήσυχα.
Πρώτος Θεατής: “Είναι το τέλος του κόσμου”!
Δεύτερος Θεατής: “Δοκιμαστήκαμε και αποτύχαμε”!
Επιθεωρητής: “Παρακαλώ μην πανικοβάλλεστε, καθίστε στις θέσεις σας, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, η αίθουσα είναι περιβεβλημένη απο ατσάλι και τιτάνιο, ακόμα και σε πυρηνική έκρηξη, κύριε δήμαρχε”...
Η λέξη μένει στη μέση στο στόμα του, καθώς ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος απο σπάσιμο και όλοι πέφτουν απότομα στο έδαφος. Αίμα σκάει απο τη σκηνή γεμίζοντας το χώρο. Ησυχία. Κανείς δεν σηκώνεται.


Σκοτάδι στη σκηνή.


Αφηγητής: Πρώτα είναι η άνοιξη.

Αυτός ήταν ο τελευταίος χειμώνας. Δεν ξαναήρθε άνοιξη.

Φώς στη σκηνή. Ο αφηγητής στέκεται κάτω απο τους προβολείς.

Αφηγητής: Εδώ είμαστε και πάλι. Είναι η πέμπτη επέτειος της νέας μας αρχής εδώ, κάτω απο το έδαφος.
Περπατά πανω στη σκηνή.
Αφηγητής: Ακόμα δεν ξέρουμε τί συνέβη. Οι διάσπαρτες μαρτυρίες και αστυνομικές καταγραφές, τα μόνα μας στοιχεία. Αλλά ξέρουμε πως υπάρχουμε ακόμη. Μια νέα ζωή, κάτω απο τη νέα 'ζωή'. Υπάρχουμε και θυμόμαστε. Πώς το συμβάν εξαπλώθηκε. Πώς ολόκληρος ο κόσμος άλλαξε για πάντα. Πέτρες, ζώα και άνθρωποι. Οι αέναες κινήσεις του μετάλλου πάνω απο τα κεφάλια μας, αθόρυβα εργαλεία που ξεπετάγονται ακόμα μέρα-νύχτα, διαμορφώνοντας μια νέα πραγματικότητα. Τί να γίνεται στην επιφάνεια;
Στέκεται στο κέντρο της σκηνής με ουδέτερο ύφος.
Αφηγητής: Κάποιοι λένε πως ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος πια για εμάς. Πως οι αόρατοι μηχανισμοί σύντομα θα σημάνουν το οριστικό τέλος μας. Οποιαδήποτε στιγμή, μπορεί να είναι η τελευταία μας.
Δείχνει τυχαία ατομα στο κοινό.

Αφηγητής: Εσείς... Τί πιστεύετε;


Αναμονή απάντησης απο το κοινό.





Καλλιρρόη Αγγελοπούλου/2011

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

σειρήνες


Σειρήνες



1. Περιβαλλοντική συγκυρία.

Η νύχτα διακόπτεται απο σειρήνες, ξανά.

Ήχος συνδεδεμένος στο συλλογικό υποσυνείδητο με ξέφρενα αυτοκινητοκυνηγητά, ο Κλίντ να τρέχει ξοπίσω απο κάποιο κάθαρμα, ή ο Στίβ Μακ Κουίν να ροβολάει στους λόφους του Σαν Φρανσίσκο με περιπολικά στο κατόπι του. Μπορεί να εκτιμούσε την μελωδική του μονοτονία, ή την πλούσια ιστορία πίσω απο ένα τόσο απλό γεγονός, αν δεν είχε καταντήσει τόσο... προσωπικό πια.

Αυτό το διαπεραστικό ίου ίου ίου, στο δικό του μυαλό έπαιζε πάντα με μουσική υπόκρουση το Sabotage των Beastie boys. Κωλόπαιδα που μασκαρεύονται, παίζοντας κλέφτες και αστυνόμους. Και κάπως έτσι αισθάνεται τώρα, σαν να είναι κάποια κωλόπαιδα που το έχουν βάλει σκοπό να τον τρελάνουν. Να τον κάνουν να αρπάξει ένα τσεκούρι και να βγεί έξω, ένας τριαντάρης με τις πυτζάμες του, να ψάχνει τους δρόμους και τα διαμερίσματα, να βρεί που κρύβονται, με το κασσετοφωνάκι, σιντί, mp3 player, ό,τι σκατά είναι που έχουν και το βάζουν να παίζει κάθε βράδυ, την ίδια ακριβώς ώρα. Τρείς το πρωί. Την ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα.

Το αστείο είναι, πως όταν ήρθε να μείνει εδώ, ανησυχούσε για τα εργοστάσια χημικών που είναι παραδίπλα. Είναι δέκα χρόνια εδώ και αυτά δεν του έχουν δημιουργήσει ακόμη κανένα πρόβλημα.

Σηκώνεται και ανοίγει την πόρτα της τουαλέτας. Η όλη διαδικασία μοιάζει να είναι συνδεδεμένη με το κατούρημα, κάποιος σαν να ξέρει πότε πρέπει να πάει και του βάζει την κατάλληλη ηχητική υπόκρουση. Σίγουρα δεν είναι έτσι, αλλά, καθώς ανεβάζει τα παντελόνια του, αποφασίζει πως ό,τι και αν συμβαίνει, πρέπει να το ανακαλύψει σύντομα. Έχει να πάει στη δουλειά κάθε πρωί, είναι φορολογούμενος, έχει δικαιώματα.

Και έχει αρχίσει να κουράζεται.


2. Κοινωνικός περίγυρος.

Απο το γραφείο του δήμου τον ενημέρωσαν ευγενικότατα πως θα έπρεπε να ξεχωρίζει τα είδη των σειρήνων και να τους πεί τί ακριβώς ακούει. “είναι ίου ίου, ή ιίου ιίου ιίου”; Αλλά, έτσι και άλλιως, δεν υπάρχει αστυνομικό τμήμα κόντα του. Ούτε πυροσβεστική. Ούτε νοσοκομείο. Και οι τελευταίες μέρες ήταν πόλυ ήσυχες στην πόλη, οπότε “μάλλον κάποιος γείτονας αφήνει την τηλεόραση ανοιχτή κάθε βράδυ, κύριε”, (του φάνηκε, ή ήταν λίγο ειρωνικό αυτό το κύριε), “αν ξέρετε ποιός είναι, μπορούμε να του κάνουμε τις απαραίτητες συστάσεις, δεν γίνεται να μπαινοβγαίνουμε στα σπίτια του κόσμου και να ψάχνουμε”. Κλίκ.

Πίνει ένα δυνατό καφέ για να ξυπνήσει και αρχίζει τους υπολογισμούς:

Απο κάτω του, τρία διαμερίσματα.

Απο πάνω άλλα τρία.

Δυό ακόμη διαμερισματα στον όροφό του και το ένα είναι άδειο. Στο άλλο, μια γριά που κάθε βράδυ ποτίζει τις αζαλέες της και προσπαθεί να κοιμηθεί, αφού κατεβάσει καμιά δεκαριά χάπια. Απ'όσο ξέρει, δεν έχει τήλεοραση.

Ξεκινά αμέσως, απο τον κάτω όροφο. Το μάτι του εξασκημένο, κάθε φορά που του άνοιγουν την πόρτα τους, σκανάρει γρήγορα το χώρο πίσω. Τους ακούει να δίνουν ασαφείς εξηγήσεις, ή να κάνουν τους ανήξερους, αλλά τηλεοράσεις στο άμεσο όπτικο πεδίο, ειδικά αυτές οι τεράστιες πλάσμα, αποτελούν τεκμήριο ενοχής ό,τι και να βγαίνει απο τα στόματα τους.

Στο ισόγειο, με τεράστιες φλάτσκρινς, ο Τζίμ με τη γυναίκα του, που όλο μαλώνουν, αλλά και ο Ντέιβιντ με την Μόιρα και τα παιδιά τους. Ύποπτοι. Απο πάνω του είναι ο Ρέι ο ήσυχος, χωρίς ορατή τηλεόραση, αλλά κάπου πρέπει να βλέπει τα ντιβιντί των Τζέιν Όστεν ταινιών που έχει στο κομοδίνο της εισόδου του. Άρα ύποπτος.

Οι υπόλοιποι αθώοι, μέχρι αποδείξεως του εναντίου.


3. Παρανοική αντίδραση.

Κάποιο βράδυ δεν τις άκουσε, είχε μείνει αργά να βλέπει πόκερ στην τηλεόραση και δεν κατάλαβε την απουσία τους παρά μόνο όταν είδε τύχαια τους δείκτες του ρολογιού την ώρα που ο Μπράνσον έπαιρνε έκατο χιλιάδες δολλάρια με ένα άψογο χέρι. Δεν υπήρξαν σειρήνες και τις περιμένει την επόμενη ημέρα σαν να περιμένει τον ταχυδρόμο. Οι λογαριασμοί στο χέρι και οι κακοί στην φυλακή. Που πήγε ο ένας και μοναδικός ίουίου ήχος, ο λόουν ρέιντζερ που κυνηγάει τους κακούς κάθε βράδυ, σβήνει φωτιές, σώζει ζωές; Ίσως όλα γίνουν πάλι φυσιολογικά. Και μόλις που συνήθισε να κοιμάται μόνο τρείς ώρες την μέρα και να κυκλοφορεί συνέχεια σαν ζαλισμένο ζόμπι. Αποκοιμιέται περιμένοντας.

Ξύπνα.

Σηκώνεται απότομα, σχεδόν χτυπάει το κεφάλι του στην κεφαλόταβλα του κρεβατιού. Τί ήταν αυτό; Δεν ήταν φωνή, ήταν... μια αίσθηση. Κίνδυνος. Κοιτάει το ρολόι, τεσσέρεις και πέντε. Η κύστη του τον πιέζει και καθώς ανακουφίζεται συνειδητοποιεί πως, όχι, δεν ήταν οι σειρήνες που τον σήκωναν τόσο καιρό. Ήταν αυτό που ένιωσε τόσο ξεκάθαρα τώρα. Με το σώμα του να εκμεταλλεύεται κάθε φόρα την κατάσταση για να παραγγείλει και ένα κατούρημα, (αφού σηκώθηκες που σηκώθηκες, άντε να κατουρήσεις κιόλας). Κοιμάται ανήσυχα τις δυο ωρες που του απομένουν, με μόνο μία, αναπόφευκτη, και καθόλου ανακουφιστική εξήγηση για ό,τι του συμβαίνει.

Μάλλον έχει αρχίσει να τα χάνει.


4. Φυσικός θάνατος.

Βλέπει το ασθενοφόρο απ'έξω, καθώς γυρίζει απο τη δουλειά, ένα τεράστιο όχημα παρκαρισμένο στην είσοδο, μαζί με ένα μικρό πλήθος ενοίκων. Δεν θέλει να τους πλησιάσει, δεν αισθάνεται ιδιαίτερα κοινωνικός απο τότε που έπαψε να κοιμάται καλά, αλλά τελικά το κάνει. Πέθανε η γρία απο το διπλανό του διαμέρισμα χθές το βράδυ, κλαψουρίζει η Μόιρα σκουπίζοντας τα μάτια της με ένα χαρτομάντηλο. “Συνέβη νωρίς, κατά τις τέσσερεις τα ξημερώματα”, λέει ο Ρέι. Ο Τζίμ, πάντα πραγματιστής, με τα χέρια στις τσέπες, συνοψίζει κυνικά, “φυσιολογικός θάνατος σίγουρα, τα'χε τα χρονάκια της”.

Ελπίζει να μην καταλαβαίνουν τίποτα, αλλά η καρδιά του τρέχει.

Ένας μεσήλικας με καλόβολο βλέμμα ακολουθεί το πτώμα στο ασθενοφόρο. Τον πλησιάζει και τον ρωτάει, όσο πιο ψύχραιμα μπορεί. Η απάντηση έρχεται αβίαστη, “απο την αυτοψία φαίνεται φυσιολογικός θάνατος, τα αποτελέσματα της νεκροτομής αυρίο”. Ποιός να φανταζόταν πως και οι ιατροδικαστές χρειάζονται επαγγελματικές κάρτες, αλλά νάτος που του δίνει την δικιά του. Γράφει Οδός Γκρούγκεν 44. “Μετά τις ώρες εργασίας, θα τα πούμε”.

Οπωσδήποτε. Ποιές οι πιθανότητες, να ξυπνήσει ακριβώς την ώρα που πέθαινε η γριά, να τον ξυπνήσει εκείνη η αίσθηση μέσα του, τοσο επιτακτική.

Κίνδυνος. Πρέπει να σημαίνει κάτι.


5. Ρυθμιστική ανωμαλία.

Οι σειρήνες δεν ήρθαν ούτε αυτό το βράδυ, αλλά κοιμάται όλο και λιγότερο και οι συνέπειες της κακουπνίας αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Δεν είναι κουρασμένος, αλλά νιώθει περίεργα, οι επαφές με τους συναδέλφους, του αφήνουν μια αίσθηση... Άλλη απο αυτή που έχει συνηθίσει. Σαν να μην μπορεί να εστιάσει στις φιγούρες τους, σαν να υπάρχει κάτι γύρω τους που του αποσπά την προσοχή. Δεν θέλει να το σκέφτεται. Φεύγει απο τη δουλειά τρέχοντας, βασίζεται στα ευρήματα του καλόβολου ανθρωπάκου, οτιδήποτε που θα του επιβεβαιώσει πως δεν είναι τρελός, πως κάτι άλλο είναι αυτό που του συμβαίνει.

Φτάνει στο μικρό κτίριο στο 44 της οδού Γκρούγκεν και ο γιατρός είναι απόλυτος. Η γρία πήγε απο φυσιολογικά αίτια, “ήταν και ενενήντα, τί να λέμε τώρα”. Δεν μπορεί να το δεχτεί έτσι απλά, “δεν υπάρχει τίποτα περίεργο, κάτι”; Τον βλέπει που ψάχνει τα χαρτιά του, “εε, ναί, λοιπόν, είναι φυσιολογικό παθολογικό εύρημα λόγω προχωρημένης ηλικίας, αλλά η επίφυση της, το κωνάριο είναι τελείως ασβεστοποιημένο. Άχρηστο”. Δεν σκέφτεται καθόλου το πόσο ηλίθιος πρέπει να ακούγεται και λέει απλά, “τί σημαίνει αυτό”; Ο γιατρός στρογγυλοκάθεται και τον κοιτάει. “Έχεις ακούσει ποτέ για τον κιρκαδιανό ρυθμό”; Δεν το ξέρει εκείνη τη στιγμή, αλλά θα ακολουθήσει η πιο τρομακτική διάλεξη που έχει ακούσει στη ζωή του, τη σκέφτεται μετά, καθώς περπατά στο δρόμο με το μυαλό του να πετάει και τα χέρια του να τρέμουν.

Τα σώματά μας, του είπε, ειναι έτσι φτιαγμένα, ώστε να ακολουθούν όλα τον ίδιο ρυθμό, το ρυθμό του φωτός και της θερμότητας. Το κωνάριο είναι ο απόλυτος ρυθμιστής της φυσιολογικής αυτής κατάστασης. Ένας κόσμος γεμάτος ανθρώπους που ξενυχτάνε, πίνουν, κάνουν έρωτα, ενώ τα σώματα τους κοιμούνται σαν τούβλα. Ξεκουράζονται. “Ακόμα και αν δεν το καταλαβαίνουμε, με το που πέφτει ο ήλιος υπνοβατούμε”. Μπορεί να είναι έτσι, αλλά αυτός νιώθει να υπνοβατεί τώρα, καθώς περπατάει μακριά απο το γραφείο του γιατρού. Η γιαγιά, του είπε ο γιατρός, με κατεστραμμένη την επίφυση απο τα γηρατειά, δεν μπορούσε να ξεκουραστεί, γι'αυτό έπαιρνε όλα εκείνα τα χάπια. Χωρίς αυτά, θα ήταν καταδικασμένη να μένει συνέχεια ξύπνια. Θα πέθαινε απο εξάντληση, μέσα σε παραισθήσεις. Τρέλα.

“Υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις που μπορεί να ξυπνήσεις ξαφνικά μέσα στο μαζικό ονείρεμα”, συνεχίζει η αφήγηση, τόσο ζωντανά στο μυαλό του, ο γιατρός να τινάζει τα χέρια του προς όλες τις κατευθύνσεις, “όταν κάτι μεγάλο συμβαίνει, γύρω σου, ή μέσα σου. Υπάρχουν ζώα που δραστηριοποιούνται απότομα, κατά τη διάρκεια χειμερίας νάρκης, για να προστατευθούν απο σεισμό που έρχεται. Και φυσικά υπάρχουν όγκοι στον εγκέφαλο που μπορεί να επισπεύσουν τη διαδικασία καταστροφής του κωναρίου, οπότε σταματά η φυσιολογική ρύθμιση του ύπνου”.

Και έρχεται ο θάνατος. Συνεχίζει να βαδίζει σαν μέσα σε ομίχλη, όλοι γύρω του τόσο κοντά, τους νιώθει, αλλά η σκέψη του είναι μίλια μακριά τους. Τα εργοστάσια χημικών μάλλον του δημιούργησαν, τελικά, ένα μικρό πρόβλημα.

Έναν ωραίο όγκο στο κεφάλι.


6. Ανθρώπινο αξιοπερίεργο.

Δεν φανταζόταν ποτέ πως θα ανησυχούσε για τη ζωή του τόσο νωρίς. Δεν καπνίζει, δεν πίνει, δεν ξενύχταγε πριν του συμβεί... ό,τι του σύνεβη. Δεν είναι δίκαιο.

Αγγίζει το ρούχο που του έδωσαν όταν τον εισήγαγαν, το ύφασμα ειναι τραχύ, πονάει τα δάχτυλα του.

Ατελείωτες εξετάσεις, μαγνητικές τομογραφίες, ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα, παρακολούθηση ύπνου. Όλες βγήκαν καθαρές και όπως του είπε ένας απο τους γιατρούς, “δεν υπάρχει κανένας βιολογικός λόγος να μην είσαι στο κρεβάτι και να ρίχνεις τους ύπνους τη ζωής σου”. Προφανώς δεν είναι σαν τη γριά, αλλά ξέρει πως δεν είναι καλά. Είναι αδύνατο να τους εξηγήσει τί είναι αυτό που ζεί καθημερινά, αν και θα άξιζε να το κάνει, μόνο και μόνο για να δεί τις φάτσες τους.

“Ναί, κοιμάμαι όλο και πιο λίγο”.
“Άκουγα κάτι σειρήνες πριν ξυπνήσω, αλλά τώρα ξυπνάω μόνος μου”.
“Όχι, δεν αισθάνομαι κουρασμένος πια, ίσα ίσα”.
“Απλά, δεν θέλω να βρεθώ κοντά με ανθρώπους. Και που είμαι εδώ μάζι σας, μου είναι δύσκολο”.
“Είναι... μια αίσθηση. Μια μαύριλα, μια θολούρα που σας περιβάλλει. Όλους σας”.
Και η ιδανική κατακλείδα, “μια θολούρα που μου μιλάει”.

Δεν τους λέει την αλήθεια, αλλά και πάλι δεν εκπλήσσεται όταν τον παραπέμπουν στον ψυχίατρο. Εκπλήσσεται μόνο απο την δική του άρνηση, απο την δύναμη που βρήκε να κλείσει την πόρτα της κλινικής πίσω του, να γυρίσει σπίτι, να αντέξει αυτά που βλέπει.

Ακόμα και αν δεν μπορεί να τα πιστέψει.


7. Επικοινωνιακή διαταραχή.

Μπαίνει στην είσοδο της πολυκατοικίας και ο Τζιμ γυρίζει να τον δεί, απλώνοντας το χέρι του, “έι, τί κάνεις, έχω καιρό να σε δώ”. Η μορφή του, ασύνδετη. Λεπτές φέτες σάρκας, κατατροπωμένες απο το μαύρο σύννεφο που τον περικυκλώνει και φαίνεται να εκτείνεται τουλάχιστον ένα μέτρο γύρω του. Το νέφος είναι μεγαλύτερο απο τον ίδιο, σκέφτεται γελώντας, όταν το ακούει. Κίνδυνος.

Η μαυρίλα μιλάει, μιλάει με τη φωνή του Τζίμ, είναι ο Τζίμ. Αλλά ίσως ούτε ο ίδιος ο Τζίμ να ξέρει τί είναι αυτό που του λέει. Με ενοχλεί η σιωπή της, με ενοχλεί και με ανακουφίζει ταυτόχρονα. Δεν αντέχω την φάτσα της να στέκεται κοιτώντας με σαν χάνος. Τόσο ηλίθιο βλέμμα. Δεν ξέρω αν θέλω να την σκοτώσω στο ξύλο ή να την πνίξω στα φιλιά. Τί να απαντήσεις σε αυτό; Μουρμουρίζει μια χαιρετούρα στο πράγμα απέναντι του που στέκεται με το χέρι ακόμα μετέωρο και χώνεται στο ασανσέρ γρήγορα, πριν τον προλάβει και το άλλο, συγκεχυμένο όν που μόλις μπήκε στο κτίριο. Μοιάζει με το Ρέι.

Δεν έπινε πριν, αλλά πίνει τώρα, ζαλίζοντας τις αισθήσεις του, σχεδόν αρκετά ωστέ να μην ακούει τις φωνές που ξαναρχίζουν απο το κάτω διαμέρισμα. Φαίνεται πως ο Τζίμ βρήκε την απάντηση στο δίλλημά του.

Βάζει την τηλεόραση στη διαπασών.


8. Άγνωστο είδος.

Υπήρξε άραγε, ή όχι, σε έκεινο το μπαρ, με τη φίγουρα του να μπαινοβγαίνει στο οπτικό του πεδίο, με πρόσωπο παστωμένο στο μέικ απ και μαύρα γυαλιά; Σαν να φτιασιδώθηκε για να μοιάζει ανθρώπινος, να κάθεται απεναντί του, πίνωντας μπύρα και να του εξηγεί; Δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Ξέρει μόνο πως τον ένιωσε πριν τον δεί, την κάθαρη αίσθηση που απέπνεε όλη του η ύπαρξη. Δεν υπήρχε μαυρίλα. Μόνο εμπιστοσύνη. Μπορούσε να τον ρωτήσει τα πάντα και το έκανε:

“Οι σειρήνες”;
“Υψίσυχνοι ρυθμικοί ήχοι. Αποτέλεσμα του συντονισμού του σώματος σου σε υψηλότερες συχνότητες. Πριν το πλήρες άνοιγμα του κωναρίου, τον μοναδικό τροπο με τον οποίο αυτό λειτουργεί μέσα σου τώρα. Τα χημικά μέσα σου σε άφησαν ξύπνιο... με περισσότερους απο έναν τρόπους”.

Πίνει μια τεράστια, αγχωμένη γουλιά απο το μπουκάλι του. “Η γρία”;
“Έτυχε να ξυπνήσεις όταν πέθαινε. Ή ίσως είσαι πιο 'ευαίσθητος' απ΄όσο νομίζουμε”. Ένα μίκρο χαμόγελο σχηματίζεται στα βαμμένα χείλη. “Κανείς δεν μπορεί να ζήσει για πάντα”.

Παρακολουθεί τον άγνωστο, η φιγούρα του μοιάζει όλο και πιο... περίεργη. Σαν τα μάτια του να συνηθίζουν να βλέπουν αυτό που το μυαλό του αρνείται να αντιμετωπίσει: Δεν είναι άνθρωπος.
“Και εγώ”;
“Έχεις ένα και μοναδικό πλεονέκτημα. Δεν μπορείς να πάψεις να υπάρχεις μέσα απο την ίδια διαδικασία που ισχύει για όσους χάνουν τον ύπνο τους. Αλλά μπορείς ακόμα να πεθάνεις”. Μοιάζει να τον κοιτά επίμονα κάτω απο τα γυαλιά του. “Αντίθετα με ό,τι πιστεύεις, η φύση αντιτίθεται στο καινούργιο, το δοκιμάζει σε όλες τις δυσκολίες. Θα νικήσει μόνο αν νικήσει. Πιο συχνά χάνει. Εδώ είσαστε, διακόσιες χιλιάδες χρόνια μετά και ακόμα περπατάτε με τα ίδια πόδια, αναπνέετε με τα ίδια πνευμόνια, σκεφτόσαστε με το ίδιο μυαλό. Εσύ σκέφτεσαι διαφορετικά, συνειδητοποιείς διαφορετικά. Τους ακούς. Με βλέπεις. Μια νέα, μεταφυσική πιθανότητα. Θα αντέξεις”; Συνεχίζει να τον κοιτά πίσω απο μαύρους φακούς, αλλά δεν φαίνεται να του απευθύνεται πια, καθώς σηκώνει απαλά το χέρι και ζητάει το λογαριασμό. Μιλάει στον εαυτό του. “Μακάρι, αλλά μάλλον όχι”.

Μια τελευταία απορία πριν αποχωριστούν, πριν γυρίσει στην ασφάλεια των μεταμεσονύχτιων εκπομπών της τηλεόρασης του, μακριά απο το πλήθος. “Και εσύ”;
“Έχω ήδη νικήσει”. Βγάζει επιτέλους τα γυαλιά και τον κοιτάει με αεικίνητα μάτια. Μαύρα απο άκρη σε άκρη.

“Αλλά έγω και εσύ δεν υπακούουμε στους ίδιους φυσικούς νόμους”.


9. Αναγκαστική συμβίωση.

Φανταστικοί ή πραγματικοί, δεν συνάντησε άλλους εξωγήινους απο τότε. Δεν βγαίνει έξω πια. Ακόμα και όταν παραιτήθηκε τελικά απο τη δουλειά του, το έκανε μέσω τηλεφώνου. Μόνο κάτι μεγάλο θα τον έκανε να βγεί απο την απομόνωση.

Αφήνει την τηλεόραση συνέχεια ανοιχτή, ανακουφιστική στη μονοτονία της, σε αντίθεση με την ασυναρτησία των πραγματικών ανθρώπων, την ανακολουθία ανάμεσα σε αυτά που του λένε και αυτά που του λέει το σύννεφο γύρω τους. Αποφεύγει τους πάντες και του το ανταποδίδουν. Τον τρομάζουν, αλλά φαίνεται πως, με κάποιο τρόπο, τους τρομάζει και αυτός.

Φωνές απο τον κάτω όροφο. Απο πάνω ο Ρέι ακούει κλασσική μουσική. Ολόκληρη η πολυκατοικία υπνοβατεί, ενώ αυτός παρακολουθεί για χιλιοστή φορά την ίδια μεταμεσονύχτια διαφήμιση της νέας σειράς τηγανιών. Η αίσθηση τον βρίσκει απότομα, οι ξένες σκέψεις διαχέονται, καταλαμβάνοντας και τον λιγοστό προσωπικό χώρο που του 'χει απομείνει.

“και για σας που σκέφτεστε ακόμα την προσφορά μας,”,
δεν θέλω να την σκοτώσω,

“προσφέρουμε άλλο ένα τηγάνι”,
γιατί να μην μπορώ να την κρατήσω λίγο ακόμη,

“στην τιμή του ενός”!
στο άδειο διαμέρισμα στον δεύτερο όροφο. Τώρα που όλοι κοιμούνται.

Προσπαθεί να εντοπίσει την προέλευση της νοητικής γέφυρας, έρχεται απο πάνω, απο κάτω..; Σίγουρα όχι απο έξω, κάποιος μέσα στην πολυκατοικία, αλλά ποιός; Είναι αδύνατον να καταλάβει.
Ίσως ο Τζίμ. Ίσως αυτή τη φορά να ξεπέρασε τα όρια, αλλά είναι δύσκολο να τον φανταστεί να σκέφτεται, πόσο μάλλον να κάνει, κάτι τέτοιο. Δεν είναι σίγουρος και η ώρα περνάει. Χριστέ μου, κάποιος μπορεί να πεθάνει δίπλα του. Ξανά.

Αρπάζει ενα μαχαίρι απο την κουζίνα του και βγαίνει σιγά σιγά προς τον διάδρομο. Μόνο κάτι μεγάλο θα τον έκανε να βγεί απο την απομόνωση. Και κάτι μεγάλο μόλις το έκανε.

10. Φυσιολογική παρέκκλιση.

Ακούει πνιχτά αναφυλλητά με το που μπαίνει απο την πόρτα του απέναντι διαμερίσματος. Δυό άνθρωποι είναι μέσα, βλέπει τις μπλεγμένες φιγούρες στο σαλόνι και σταματά μόλις δυό βήματα μακριά τους. Δεν μπορεί να ξεχωρίσει πρόσωπα, το νέφος που περιβάλλει τη μια σιλουέτα καλύπτει πλήρως και τις δυό τους. Γεμίζει το δωμάτιο. Νιώθει το χέρι του βαθιά στην τσέπη, τυλιγμένο γύρω απο το κουζινομάχαιρο. Δεν ξέρει γιατί το πήρε, δεν θέλει να σκοτώσει κανέναν.

Κάποιο κομμάτι του ανθρώπινου συμπλέγματος γυρίζει. Το φεγγάρι, μέσα απο το ανοιχτό παράθυρο πίσω του, τονίζει τα ελάχιστα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά ενός προσώπου.

Είναι ο Ρέι. Ο Ρέι με τις ρομαντικές ταινίες και την κλασσική μουσική, ο Ρέι ο ήσυχος, που τώρα κρατάει με το ένα χέρι ένα κοριτσάκι απο τις μπούκλες της, τόσο σφιχτά που μοιάζουν ξανθά τεντωμένα σχοινιά. Το άλλο του χέρι, χαμένο κάπου πίσω απο την πλάτη του, μέσα σε σκούρα άχλη. Κίνδυνος.

“Ρέι, τί κάνεις”;
Τον κοιταει με ορθανοιχτα ματια. “Πως... πως βρεθηκες εδω”;
Πόσο καιρό; Δεν μπορεί να μην το σκέφτεται. Πόσο καιρό ο Ρέι φέρνει κορίτσια εδώ, πόσα έχουν πεθάνει δίπλα του, όσο αυτός κοιμόταν; Ενώ όλοι τους κοιμόντουσαν.
Πολύ καιρό. Απο πάντοτε. Κοιμήσου.
Το νέφος του μιλάει και πάλι, αλλά πρέπει να συγκεντρωθεί σε αυτό που ήρθε εδώ να κάνει. Το παιδί αρχίζει να σιγοκλαίει, η πλαστική ταινία γύρω απο το στόμα της καλύπτει τους λυγμούς.
“Ρέι, άφησε το κορίτσι”.
Είναι κι άλλος μαζί σου”; Κοιμήσου.
“Είμαι μόνος, κανείς δεν ξέρει. Απλά, άσ'την να φύγει”.
Λες ψέματα”. Κοιμήσου.
Πρέπει να μείνει συγκεντρωμένος. “Στο υπόσχομαι, Ρέι, στο ορκίζομαι”.
Δεν υπάρχει Ρέι πια, μόνο το μαύρο σύννεφο που προδίδει τα σχέδια του.

Πέθανε.

Στρίβει ακριβώς την στιγμή που το μαχαίρι στο κρυμμένο χέρι του Ρέι πετάγεται προς το μέρος του. Τον πιάνει στον δεξί ώμο, αλλά όχι πρότου προλάβει να ανταποδώσει με το πιο ευθυτενές χτύπημα που μπορεί να πετύχει. Και πρέπει να τον πέτυχε κάπου, γιατί τώρα είναι στο έδαφος σφαδάζοντας, ξεχωριστό κομμάτι απο το κορίτσι, που μένει όρθιο να τους κοιτάει άφωνα.
Τρέχει στο μέρος της όσο πιο γρήγορα μπορεί. “Είσαι καλά, μήπως σε χτύπησα”;
Κουνάει αρνητικά το κεφάλι της και φεύγει τρέχοντας με το που την λύνει.
“Έι, περίμενε, πού πας”; Είναι αργά, έχει ήδη κατέβει τις σκάλες προς την εξώπορτα.
Γυρνάει προς το μέρος που έπεσε ο Ρέι, το σώμα του σωριασμένο και επιτέλους, ξεκάθαρο.

Νεκρό. Μόλις σκότωσε κάποιον.

Άραγε αυτός να είναι ο σκοπός του, να πολεμάει το έγκλημα; Να γίνει αυτός ο λόουν ρέιντζερ, η σειρήνα που κυνηγάει και εξοντώνει τους κακούς; Είναι δύσκολο να φανταστεί να κάνει το ίδιο πράγμα κάθε βράδυ. Δεν προλαβαίνει να συμβιβάσει αυτές τις σκέψεις με το πώς θα εξηγήσει το τωρινό φόνο στους υπόλοιπους, όταν τους νιώθει να έρχονται απο το διάδρομο.

εκεί μέσα είναι”, τον ακουω,
τρέξτε”, να τον πιάσουμε

Καταλαβαίνει γρήγορα πως δεν μιλάνε για το πτώμα στο πλάι του.


11. Κυριαρχική συμπεριφορά.

Παρατηρεί καλύτερα το χώρο γύρω του. Τη σαθρή, ξύλινη πόρτα ανάμεσα σε αυτόν και το πλήθος. Δεν θα μείνει ασφαλής για πολύ. Γιατί να μην τις φτιάχνουν απο σίδερο;

Δεν σταμάτησαν πάνω απο το πτώμα στο χώλ, ούτε για μια στιγμή. Άλλος είναι ο στόχος τους.

Ποιοί είναι; Νομίζει πως τους νιώθει όλους τους εκεί έξω. Ο Τζίμ, η γυναίκα του, ο Ντέιβιντ... Είναι κλειδωμένος στην τουαλέτα και οι περιπλεκόμενες αύρες μιας ολόκληρης πολυκατοικίας τον εγκλωβίζουν μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά. Τους ακούει, αυτά που λένε και αυτά που δεν τολμούν να ξεστομίσουν, “πρέπει να ανοίξουμε”, δεν θα μας κοιτάει περίεργα πια, “σπρώξτε πιο δυνατά” δεν θα μας βλέπει, “άλλη μια φορά”, δεν θα ξεφύγει. Παλεύουν για τη ζωή τους, και γι΄αυτό συνειδητοποιεί με κάποια έκπληξη, πως, όχι. Δεν θα επιβιώσει τελικά.

Πόσο καιρό να σκεφτόντουσαν να τον σκοτώσουν, χωρίς να το συνειδητοποιουν; Κάθε φορά που κρυβόταν στους διαδρόμους, κολλώντας την πλάτη του στον τοίχο για να τους αποφύγει, κάθε φορά που έκλεινε ενστικτωδώς τα αυτιά του. Όταν ο Ντέιβιντ του 'μίλαγε' για το εξώγαμο που έχει στη διπλανή πόλη, όταν η Μόιρα ανέλυε με συναρπαστική λεπτομέρεια το πώς βρωμίζει καθημερινά τα ρουχα της γειτονισσας.

Η πόρτα ανοίγει και είναι πράγματι όλοι εκεί. Ακόμα και τα παιδιά. Δεν τους βλέπει, αλλά τους νιώθει πίσω απο το νέφος, την ασυγκράτητη συλλογική τους βούληση. Μια άμορφη μάζα απο υπνοβατούντα σαρκοφάγα, έτοιμα να αφανίσουν αυτό που βλέπουν σαν απειλή.

Δεν καταλαβαίνει τί τον κόβει πρώτα, βλέπει μόνο το αίμα του να πετάγεται.


12. Βιολογικό αναπόφευκτο.

Μετά, λένε πως δεν ήθελαν να τον σκοτώσουν.

Τα πρόσωπα τους, αλλοιωμένα απο ιδρώτα και κλάμα. Την έξαψη του κυνηγητού. Αίμα να τρέχει απο τα νύχια και τα δόντια τους.

Οι αστυνομικοί να προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο του λουτρού αίματος στο δεύτερο όροφο.

“Τα παιδιά μας, το κάναμε για τα παιδιά μας”, τους λένε.

“Δεν κοιμόταν καθόλου, δεν δούλευε”,
“τον ακούγαμε κάθε βράδυ με την τηλεόραση στη διαπασών”.
“Ο κακόμοιρος ο Ρέι, ξαπλωμένος εκεί, μέσα στο αίμα του”.

“Ήταν επικίνδυνος, κινιόταν ανάμεσα μας σαν φάντασμα”,
“επρεπε να το είχαμε καταλάβει νωρίτερα”.

“Ήταν μια αίσθηση που απέπνεε”.

“Σαν προειδοποίηση”.


Κίνδυνος.





Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

ανώφελα φορτία

ανάμεσα
Ευτυχώς είναι εδώ μαζί.

Δεν μπορείς ποτέ να πείς πως δεν υπάρχει τίποτα κάπου, αλλά δεν υπάρχει τίποτα εδώ που βρίσκονται.

Ακόμα και το κενό στο διάστημα λένε πως είναι γεμάτο με σκόνη απο... κάτι, μα εδώ δεν υπάρχει ούτε αυτό. Είναι μόνοι τους ανάμεσα στους ανθρώπινους χρόνους και χώρους, όπου κινούνται άλλα, μεγαλύτερα πράγματα. Πράγματα που δεν φοβούνται την ανυπαρξία όσο τη φοβάται η ανθρώπινη ψυχή.

Δεν μπορούν να δούν ο ένας τον άλλο, αλλά νιώθουν ακόμη. Τη φαγούρα στο κενό που θα έπρεπε να είναι ο παράμεσος δάχτυλος και των δύο, το πακέτο με τσιγάρα στην τσέπη του ενός, το βάρος στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, όπου ο άλλος κρύβει ένα μαύρο κουτάκι.

Η αίσθηση των σωμάτων τους υπάρχει, χωρίς καμιά περαιτέρω απόδειξη πως δεν είναι μόνο οι ψυχές, ή οι αναμνήσεις τους που βρέθηκαν να αντιδικούν στο πουθενά.

Ό,τι και να γίνει, μόνο ένας μπορεί να φύγει απο εδώ.

“Δεν έπρεπε να ψάξεις”.


“Δεν γινόταν αλλιώς”.

“Μπορώ ακόμα να ξεφύγω, να γυρίσω πίσω”. Δεν βλέπει τα χέρια του, αλλά ξέρει πως ανάβουν ένα τσιγάρο.

“'Εχω δεί πώς είναι η ζωή έτσι. Βαρετή”. Αγγίζει το σακάκι του κοντά στην καρδιά. Μένει με το χέρι έτσι, σαν να προσεύχεται σε κάποια σημαία.

“Τα έζησα όλα”. Το τσιγάρο είναι αναμμένο και δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί στα χείλη του καθώς τραβάει μια ρουφηξιά.

“Εγώ όχι”. Αισθάνεται το βάρος του κουτιού κοντά στην καρδιά του, μαζί με τους χτύπους της.

“Δεν ξέρεις πόσο τυχερός είσαι”. παφ παφ

“Δεν αισθάνομαι τυχερός”. μπαπ μπαπ




1

15.14 Γαλαξιακός σταθμός Νέδων, 3030 μΧ

Δεν πάει ποτέ πουθένα.

Πράγμα περίεργο για κάποιον που δουλεύει σε εταιρία διαγαλαξιακής μετακίνησης, αλλά είναι αλήθεια. Άνθρωποι τον προσπερνούν, τρέχοντας για να προλάβουν τη πτήση τους.

Σκέφτεται την παραδοξότητα της διαπίστωσης, άλλη μια φορά, καθώς ακολουθεί το διάδρομο μέχρι το σημείο εκκίνησης, την κεντρική κυκλικη αίθουσα του διαστημόπλοιου. Τα καθίσματα είναι απο μαύρο βέλκρο, φτηνιάρικα. Σήμερα θα ταξιδέψει τουριστική, προφανώς. Παίρνει την θέση του όπως πάντα, αντιδιαμετρικά του πελάτη που συνοδεύει.

Θα ήθελε να λέει πως είναι κάποιο είδος μοντέρνου αεροσυνοδού, αλλά αυτά είναι παπαριές. Δεν είναι αεροσυνοδός, αυτοί παίρνουν και επιδόματα. Είναι απλώς ανώφελο φορτίο. Απαραίτητο γέμισμα για να μπαλαντζάρει το σκάφος όταν δεν γεμίζει ολόκληρο.

Άλλη μια σκατοδουλειά απότοκη της τεχνολογικής εξέλιξης.

Ταξιδεύουν με τον ηλεκτρομαγνητικό επιταχυντή σωμάτων, ή με την μέθοδο της μπαλαρίνας, όπως την λένε κοροιδευτικά οι επιβάτες, που μάλλον ξέρουν κάτι παραπάνω. Καταλαβαίνει γιατί την ονομάζουν έτσι. Ξεκινάνε σαν να είναι στη μπαλαρίνα ενος λούνα πάρκ, σιγά σιγά, μέχρι να αρχίσει η πραγματική περιστροφή, που μπορεί να σε κάνει πολύ χάλια αν δεν έχεις λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση. Δεν είναι λίγες οι φορές που βρήκε τον εμετό κάποιου πάνω στη μπλούζα του μόλις το σκάφος σταμάτησε να κινείται.

Έχει ταξιδέψει αρκετές φορές τώρα, ώστε η αίσθηση της περιστροφής, το να χάνει το κέντρο βάρους του σώματος του, δεν τον ξενίζει πια. Είναι εύκολο να ενταχθεί στην κίνηση της μπαλαρίνας, να ακολουθήσει την ορμή της ομάδας των επιβατών καθώς πάνε γύρω γύρω γύρω... Μέχρι να χαθούν όλοι απο τα μάτια του μέσα σε μια άμορφη θολούρα χρωμάτων και κινήσεων. Σαν κάτι που θα ζωγράφιζε μια σβούρα, στριφογυρίζοντας σε καμβά γεμάτο με τα απλωμένα λάδια κάποιου αβανγκάρντ ζωγράφου.

Σηκώνει τα μάτια, ο συνεπιβάτης του και οι άπειρες βαλίτσες του μόλις έφτασαν. Είναι ένας τύπος με τεράστια γυαλιά, ασορτί με τους τεράστιους τρυπημένους λοβούς των αυτιών του. Σαν να τον κοιτάει περίεργα.

Μάλλον του την πέφτει, υπάρχουν πολλοί dickheads στις πτήσεις προς τα ενδότερα του γαλαξία.

Ή μπορεί να είναι απλά έτοιμος να ξεράσει.

Φοράει τη ζώνη του και ακουμπά το κεφάλι του στο κάθισμα.

'Ενα,
Δύο,
Τρία,
Τέσσερα.

Το σκάφος κινείται και αυτός αρχίζει να ονειροπολεί όπως πάντα.




6

Κάπου μεταξύ 10.45 βάρβαροι πλανήτες Γιόπ, ξενοδοχείο Ράνοξ, 3397 μΧ και 06.27 πεδιάδες του Νέμπιουλα, 2776 μΧ

Πόσο καιρό τρέχει τώρα;

Είναι τόσο δύσκολο να κρατήσει την αίσθηση του χρόνου.

Ταξιδεύει στιγμιαία στις δισεκατομμύρια πιθανότητες που υπάρχουν παράλληλα με το αρχικό σημείο εκκίνησης: τον κόσμο στο δρόμο έξω απο το ξενοδοχείο.

Άνθρωποι, τοποθεσίες, κινήσεις, χρώματα... Η συγκεχυμένη ροή τους μπλέκεται στο κεφάλι του σαν εικόνα απο καλειδοσκοπίο. Μόλις σταματά να αναγνωρίζει πρόσωπα, κατευθύνει τη σκέψη του γρήγορα στον Νέμπιουλα του παρελθόντος. Πλανήτης σε ημιάγρια κατάσταση, χωρίς ανέσεις, αλλά η ζούγκλα θα βοηθήσει να χάσουν τα ίχνη του για λίγο.

Το ρεύμα γύρω του γίνεται κατάλευκο. Η πορεία έκλεισε και οι παράμετροι δόθηκαν στο μυαλό του. Το μόνο που μένει να κάνει είναι να ηρεμήσει μέχρι να φτάσει. Οι ανάσες του βαθαίνουν, γίνονται πιο αργές... Αλλά η ηρεμία δεν είναι εύκολη όταν είσαι κυνηγημένος. Κάτι μεγάλο υπάρχει πέρα απο εκεί που μπορεί να ταξιδέψει, κάτι θέλει αυτό που του χρωστάει. Όπου και να πάει θα τον ψάχνουν.

Πρέπει να ηρεμήσει. Επαναλαμβάνει τις ανάσες αργά.

Μία,
δύο,
τρείς,
τέσσερεις.

Το φώς γύρω του είναι πιο λαμπρό, πλησιάζει στον προορισμό του, αλλά το μυαλό του δεν μπορεί να σταματήσει να αγωνιά. Αν θέλει να σταματήσει να τρέχει, πρέπει να εντοπίσει αυτό που έστειλε. Είναι δύσκολο να το ψαξει τώρα που τον κυνηγάνε, δεν θα μπορέσει να μείνει αρκετό διαστημα πίσω στο χρόνο για να το βρεί χωρίς να τον εντοπίσουν.

Η άλλη λύση φαντάζει ακόμα πιο δύσκολη. Μόνο έναν ξέρει που να μπορεί να τον φέρει σε επαφή με τον κρετίνο που έχει αυτό που θέλει, σε πραγματικά ουδέτερο μέρος, σε μια περιοχή χωρίς ανθρώπους, χωρίς... τίποτα. Και μάλλον δεν θα είναι πρόθυμος να τον βοηθήσει.

Μια σκιά απλώθηκε στον ορίζοντα μπροστά του, το λευκό φώς χάνει σιγά σιγά τη λάμψη του. Με ένα ξαφνικό τίναγμα προς τα πάνω το σώμα του ακολουθεί άλλη πορεία. Στριφογυρίζει όλο και πιο ψηλά, ανεβαίνει, ανεβαίνει, το λευκό γίνεται μαύρο, κατάμαυρο, τον περικλείει απο παντού, πρέπει να ξαναβρεί τις ανάσες του, μία, δύο, τρείς, τέσσερεις... Προσπαθεί να αναγνωρισει τη ροή των ανθρώπων, την αύρα τους, τόσες πιθανότητες, αλλά δεν μπορεί να αγγίξει καμία τους.

Μια ισχυρότερη νοητική δύναμη βρήκε το στίγμα του και κατευθύνει το σώμα του όπως θέλει εκείνη. Οι πεδιάδες του Νέμπιουλα είναι πολύ μακριά απο εκεί που θα καταλήξει.




2

17.25 JFK πλανητοδρόμιο, 3030 μΧ

Οι επιβάτες έχουν φύγει, μαζί και ο μαλάκας που ξέρασε πάνω του.

Όλες οι αμφιβολίες που έχει για τη δουλειά του επιβεβαιώθηκαν περίτρανα, άλλη μια φορά. Είναι η απόλυτη σκατοκατάσταση.

Σκουπίζει με γρήγορες κινήσεις τον εμετό απο την μπλούζα του και πετάει τη βρώμικη πετσέτα στο πάτωμα. Να πάρουν τον κώλο τους να την μαζέψουν. Θα έπρεπε να του δίνουν επίδομα επικίνδυνης εργασίας, όλοι αυτοί οι εμετοί έχουν σίγουρα εκατομμύρια μικρόβια μέσα.

Καθώς πάει να φύγει βλέπει μια μαύρη βαλίτσα κάτω απο το κάθισμα του περίεργου με τα γυαλιά και τα τρυπηματα. Μοιάζει να του την άφησε. Ποτέ δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό μιας ξεχασμένης τσάντας και την ανοίγει εύκολα, χύνοντας τα περιεχόμενα της στο πάτωμα. Μπορεί σήμερα να είναι η τύχερη του μέρα. Αν έβρισκε κανά φράγκο θα ήταν αρκετό για να ξεχάσει όλα τα ξερατά.

Τζίφος. Ούτε λεφτά, ούτε κοσμήματα μέσα. Είναι γεμάτη με απλά καθημερινά πράγματα, πράγματα που βρίσκεις στις βαλίτσες εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, ακόμα και στη δική του. Μια ξυριστική μηχανή, ένα πουκάμισο, δύο ζευγάρια κάλτσες, τσίχλες...

Και ένα δάχτυλο.

Το πιάνει με προσοχή. Μοιάζει ψεύτικο, σαν φτιαγμένο απο κέρι, αλλά η αίσθηση που αφήνει, είναι πραγματική, σάρκινη. Φρέσκια. Μοιάζει με το δικό του δάχτυλο, με τον παράμεσο του αριστερού χεριού. Τα φέρνει πλάι πλάι για να βεβαιωθεί. Είναι... ίδιο με το δικό του δάχτυλο, το δάχτυλο με την έλια στην άρθρωση.

Αρπάζει το πουκάμισο, το φέρνει πάνω του, το τραβάει απο έδω, απο εκεί, όπως και να το βάλει, δεν του κάνει. Τα ρούχα αυτά δεν είναι δικά του. Αλλά φαίνονται πολύ μεγάλα και για τον τύπο που άφησε τη βαλίτσα πίσω. Μάλλον ο σοφιστικέ γιαλούμπας ξέχασε μια τσάντα γεμάτη με πρόπς για ταινία, ή κάποιος του κάνει πλάκα, αλλά που είναι ο υπόλοιπος ψευτοεαυτός του;

Ψαχουλεύει ακομη μια φορα τα πράγματα, υπάρχει και ένα απόκομμα κάποιου χρησιμοποιημένου εισιτηρίου μέσα στη βαλίτσα.

Δεν μπορεί να διαβάσει τον προορισμό αλλά η ημερομηνία λέει, 09.45, λωρίδα αναχώρησης Άσσος, 3031 μΧ.

Μάλιστα, άρα κάποιος του κάνει πλάκα. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.

Περπατάει προς το γραφείο απωλεσθέντων. Οι δίδυμοι ήλιοι του πλανήτη αντανακλούν τη λάμψη τους πάνω στις τεράστιες τζαμαρίες των διαδρόμων, δημιουργώντας πολύχρωμα σχέδια. Όσο όμορφη και αν είναι η εικόνα, δεν μπορεί να την ευχαριστηθεί, να τη ζήσει. Ξέρει πως πρέπει να γυρίσει πίσω με την επόμενη πτήση. Παραδίδει την βαλίτσα, αλλά κρατάει το δάχτυλο στην τσέπη του. Σίγουρα ένα ανώμαλο αστείο κάποιου μαλάκα απο τη δουλειά.

Σε κάνα χρόνο, θα κανονίσει να είναι στη λωρίδα αναχώρησης που διάβασε στο απόκομμα, και τότε θα βεβαιωθεί.

Δεν έχει τίποτα να χάσει.




5

10.39 Βάρβαροι πλανήτες Γιόπ, ξενοδοχείο Ράνοξ, 3397 μΧ

Η ξανθιά δίπλα του κοιμήθηκε ήδη. Η μελαχρινή σηκώνεται απο το κρεβάτι και κατευθύνεται προς την τουαλέτα.

Ανάβει ενα τσίγαρο ακόμη. Βρωμοσυνήθεια.

Το πλατινένιο δαχτυλίδι στον μέσο του αριστερού χεριού αντιφεγγίζει την λάμψη απο το σπίρτο για μια στίγμη. Μάλλον θα το χαρίσει στις κοπέλες. Δεν του άρεσει να φοράει κοσμήματα σε αυτό το χέρι, τονίζουν την έλλειψη στη συμμετρία του.

Ξαπλώνει στα τεράστια μαξιλάρια. Είναι ακόμα ελεύθερος, που σημαίνει πως δεν έχουν βρεί το κομμάτι του, αλλά τα σχέδια του για πλούτο και δόξα έχουν ήδη καταρρεύσει. Δεν μπορεί να μείνει σε ένα μέρος αρκετά για να μάθει τις καινούργιες τεχνολογίες. Ακόμα και αν μπορούσε δεν ξέρει πώς θα τις πουλούσε και σε ποιόν. Το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να κλέβει κανένα κοσμημα, σαν αυτό που έχει στο χέρι του τώρα.

Χειρότερη είναι η άλλη αίσθηση, αυτή που κατατρώει τα μέσα του. Ξέρει τόσα πράγματα, αυτά που του έμαθαν και πολλά περισσότερα, είναι κάτοχος τρομερών μυστικών, μα δεν μπορεί να τα μοιραστεί με κανέναν. Ποτέ δεν φανταζόταν πως θα του έλειπαν τόσο οι συζητήσεις και οι φιλοσοφίες των γέρων.

“Μαγιστρείο πτήσεων”.

Η επίσημη οργάνωση, αλλά πίσω της κρύβεται...

Απο το δρομάκι πίσω ακούει έναν τσίγκινο ήχο. Σαν να πάτησε κάποιος ένα μεταλλικό κουτί. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα το αγνοούσε και θα γύριζε πλευρό, αλλά αυτός δεν είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Καταλαβαίνει γρήγορα πως κάποιος τον εντόπισε και πάλι. Τέλεια, άλλη μια άυπνη νύχτα. Βάζει τα ρούχα του γρήγορα, αφήνει ενα μάτσο λεφτά για τις κοπέλες και τρέχει προς την είσοδο.

Το πλήθος στο κεντρικό δρόμο θα βοηθήσει να χαθούν τα ίχνη του.

Πόσο καιρό τρέχει τώρα;

Είναι τόσο δύσκολο να κρατήσει την αίσθηση του χρόνου.




3

09.49 Λωρίδα αναχώρησης Άσσος, 3031 μΧ

Και ο τελευταίος τύπος που παρακολουθούσε αποδείχτηκε απόλυτα φυσιολογικός.

Ήταν ο τέλειος ύποπτος, ψηλός και βλοσσυρός, σαν μαφιόζος, είχε και μια τσάντα ολόιδια με αυτή που βρήκε σε εκείνη την πτήση περίπου ένα χρόνο πρίν. Αφού τον άκουσε στις τουαλέτες, να μιλάει με τσιριχτή φωνή στον γκόμενο του απο το κινητό (“σε παρακαλώ, μην με αφήσεις Τζόννυ, όλα θα πάνε καλά με μας, θα δείς”), είναι κάπως δύσκολο να τον φανταστεί να μεταφέρει ανθρώπινα μέλη στην τσάντα του.

Κουβαλάει στη βαλιτσούλα του το δάχτυλο, σε ενα μικρό βαζάκι με φορμαλδεύδη. Το έβαλε εκεί σχεδόν αμέσως αφού το βρήκε, γιατί άρχισε να μυρίζει. Σίγουρα όχι ένα ανώμαλο αστείο κάποιου μαλάκα απο τη δουλειά, αλλά δεν έχει ιδέα απο που να αρχίσει να ψάχνει. Και ναί, είναι το δάχτυλο του, είναι σίγουρος, αλλά δεν θέλει να το λέει δυνατά. Ακούγεται κάπως τρελό αφού τα δάχτυλα του είναι ακόμα στα χέρια του, ακέραια. Τα κουνάει λίγο για να βεβαιωθεί. Είναι όλα εκεί.

Φτάνει στην κεντρική αίθουσα, τα καθίσματα είναι απο κόκκινο βελούδο. Φαίνεται πως θα ταξιδέψουν με στυλ, αν μπορέσουν να κρατήσουν όλοι το φαγητό στο στομάχι τους. Δυστυχώς, η αίσθηση του εμετού επάνω σου δεν βελτιώνεται με ένα ωραίο καθίσμα κάτω απο τον κώλο.

Είναι χαμένος στις σκέψεις του και δεν παρατηρεί αμέσως τον άνθρωπο που κάθεται σε μία απο τις θέσεις των επιβατών απέναντι του. Είχε αποφασίσει να κρατήσει το μακάβριο σουβενίρ σαν υπενθύμιση του παράδοξου στην κάτα τ' άλλα βαρετή ζωή του και να συνεχίσει όπως πάντα, όταν τον είδε. Είδε τα χέρια του, τον αριστερό παράμεσο που λείπει.

Σηκώνει αργά τα μάτια και... δεν είναι κάποιο αντίγραφο του, διαπιστώνει με ανακούφιση. Στα βαμμένα μαύρα μαλλιά, τα μικρά μάτια, την κοντόχοντρη φιγούρα, δεν αναγνωρίζει ούτε ένα μικρό κομμάτι του εαυτού του. Ένας άγνωστος, χωρίς ένα δάχτυλο. Ένα δάχτυλο σαν αυτό που κουβαλάει εδώ και ένα χρόνο πάνω του.

Μπορεί να είναι απλά μια σύμπτωση, αλλά πρέπει να βεβαιωθεί.

Το ταξίδι για τον πλανήτη Βέρζιτς ξεκινά και για πρώτη φορά είναι... ανήσυχος. Σαν να εστιάζει ασυνείδητα στον κοντόχοντρο, το σώμα του προσπαθεί να ακολουθήσει το ρυθμό που του υπαγορεύει, αντί να αφεθεί απλά στο κέντρο βάρους της ομάδας, όπως συνήθως. Μάλλον φταίει το άγχος. Μόλις φτάνουν, παίρνει το βαλιτσάκι του και ακολουθεί τον άγνωστο. Δεν θα γυρίσει πίσω με την πρώτη πτήση. Στο γραφείο θα σκυλιάσουν, αλλά θα βρεί κάποια δικαιολογία.

Κάνει, επιτέλους, τα πρώτα του βήματα στα εδάφη των πλανητών του γαλαξία του Κυνός, αλλα δεν μπορεί να ευχαριστηθεί την άχνη των μακρινών βουνών, ούτε τα φώτα απο τους προβολείς θυέλλης που κρέμονται μόλις έξω απο τα όρια του απέραντου τεχνητού θόλου. Είναι απασχολημένος προσπαθώντας να μην χάσει απο τα μάτια του τον άνθρωπο μπροστά του. Ο τύπος οδηγεί τα κοντόχοντρα πόδια του με ασθματικά βήματα μέσα απο άπειρα στενά δρομάκια, μέχρι που μπαίνει στην είσοδο ενός τεράστιου κτίριου. Μια μισοκρυμμένη ταμπέλα δίπλα απο την πόρτα γράφει Μαγιστρείο Πτήσεων, και με μικρότερα γράμματα δίπλα, απαγορεύεται η είσοδος στους μη έχοντες εργασία. Οι φάτσες των φρουρών δείχνουν πως έχουν πάρει πολύ σοβαρά το ρόλο τους ως εφαρμοστές των γραφόμενων.

Μαγιστρείο Πτήσεων. Υπεύθυνοι για κάθε κινούμενο όχημα στο σύμπαν, απο μπαλαρίνες μέχρι παιδικά τρενάκια. Άν θέλουν, σε κάνουν ακόμη και πιλότο.

Θα πάρει χρόνο, αλλά πρέπει να βρεί έναν τρόπο να μπεί μέσα.




4

13.46 Σταθμός Χαραυγή, 3999 μΧ

Μαύρη μαγεία κρυμμένη πίσω απο την πραγματική τεχνολογία.

Μια μυστική οργάνωση στο πολύ επίσημο κρατικό κτίριο τους

Πρέπει να σκεφτεί, πως μπορεί να κερδίσει απο αυτό που ξέρει; Τόσες νέες τεχνολογίες και πράγματα στη διάθεση του, να τα κλέψει, να τα πουλήσει, να τα εκμεταλλευτεί. Είναι απαγορευμένο να επικοινωνήσεις με τους αμύητους αλλά δεν υπάρχουν μεγαλύτερες απαγορεύσεις απο αυτό που έκανε ήδη.

Και έχει να βρεί κατι, ένα κομμάτι του, αλλά αυτό το αφήνει για αργότερα.

Για τώρα είναι ικανοποιημένος να κοιτάει γύρω, για πρώτη φορά είναι κάπου, σε νέο μέρος, χωρίς να αισθάνεται το άγχος της αναγκαίας επιστροφής. Δεν έχει κάπου να επιστρέψει.

Δεν πρέπει να ξεχάσει ό,τι του έμαθαν, την τεχνική, την θεωρία. Δεν είναι μόνο η διαγαλαξιακή μετακίνηση που εκμεταλλεύονται. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, βρίσκουν την ευκαιρία να τους καβαλήσουν. Την αύρα τους, τη δυναμή τους. Η μία μετακίνηση λειτουργεί ως το ενδιάμεσο μιας άλλης, μεγαλύτερης. Η μία διαδικασία καθρεφτίζει την άλλη, την παρασκηνιακή, για τους λίγους μυημένους.

Σαν να τους ακούει τώρα, όλους τους γερομαλάκες, μαζεμένους στη μεγάλη σάλα με τα ποτά στα χέρια τους, “Οι άλλοι ειναι ανώφελα φορτία, μην σε απασχολούν πια”. Τους άλλους, αυτούς που κινούνται σε χωροχρονική ευθεία, τους ονομάζουν γραμμικούς. Το αντίστοιχο του κρετίνου ίσως. Ενώ αυτοί είναι ανώτεροι, οι παράδοξοι. Κανείς δεν του είπε ποτέ ποιός ακριβώς είναι πάνω απο τους παράδοξους, αλλά το είδε στις ανήσυχες φάτσες τους, στα διστακτικά τους βήματα, στις περίεργες τελετές που εκτελούν σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Είναι ακόμη πιόνια σε κάποιο παιχνίδι.

Ανάβει ένα τσιγάρο. Τα ξεκίνησε πριν κάμποσο καιρό, περίπου όταν ξεκίνησαν και οι διδασκαλίες του γέρου. Βρωμοκαθίκι.

Ο σταθμός καλύπτεται απο ομίχλη, όμως τα κτίρια λαμπυρίζουν με τη λάμψη απο χιλιάδες φωτάκια στους δρόμους τους. Ωραία είναι εδώ. Ο κόσμος είναι έξω, γυρίζουν, ψωνίζουν, διασκεδάζουν, χαχανίζουν. Θέλει να μπεί και αυτός στο πλήθος, να παρασυρθεί, να χαθεί στη ρόη τους, να ζήσει. Αλλά δεν μπορεί να το κάνει.

Δεν μπορεί να μείνει για πολύ σε ένα μέρος.




4

10.10 Βιβλιοθήκη κοντά στο σπίτι, 3031 μΧ

Λένε πως ο κόσμος είναι φτιαγμένος για τους ανθρώπους αλλά βαθιά μέσα του ήξερε πάντα πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ποτέ δεν μπόρεσε να πάει όπου θέλει, να κάνει ό,τι θέλει. Δεν είναι μόνο τα ταξίδια, γενικά.

Κάποιος άλλος το κάνει όμως, κάποιος άλλος ζεί. Τα βιβλία του το επιβεβαίωσαν.

Ποτέ δεν του άρεσε το διάβασμα, οι δάσκαλοι του, πάντα έλεγαν πως παραείναι ελεύθερο πνεύμα (“ποτέ δεν θα πας μπροστά με αυτή την τακτική”), αλλά αυτή τη φορά ρίχτηκε με τα μούτρα. Ανακαλύπτει πως το να ανοίγεις ενα βιβλίο, είναι λίγο σαν να ταξιδεύεις.

Χωρίς τον κίνδυνο να ξεράσει κάποιος επάνω σου.

Ανακαλύπτει και άλλα πράγματα. Υπάρχει τουλάχιστον ένα βιβλίο για κάθε θεωρία στον κόσμο και υπάρχουν πολλά που ασχολούνται με τα μαγιστρεία πτήσεων.

Πίσω απο τη βίτρινα ειναι προφάνως κάποιου είδους μυστική οργάνωση, με παρακλάδια παντού. Συνωμοσιολογικές θεωρίες τους τοποθέτουν στο επίκεντρο της τεράστιας τεχνολογικής εξέλιξης στις μετακινήσεις. Λένε πως είναι υπεύθυνοι για τις μπαλαρίνες, που ξεκίνησαν σαν προέκταση του ΣΕΡΝ απο τον 21ο αιώνα. Επιταχυντής σωματιδίων, που κατέληξε επιταχυντής σωμάτων. Βιβλία για το ΣΕΡΝ δεν υπάρχουν πολλά, το πρόγραμμα τερματίστηκε πρόωρα, αλλά αυτά που βρήκε μιλάνε για χαμένα σωματίδια που επανεμφανίζονταν σε άλλο χωροχρονικό σημείο. “Πίσω στο χρόνο”, διαβάζει, “ελάχιστα νανοδευτερόλεπτα πίσω στο χρόνο”, αλλά ποιός ξέρει, μπορεί να προχώρησαν ενα βήμα παραπάνω με τη νέα τεχνική.

Αλλά που κολλάνε τα κομμένα δάχτυλα; Κάποιος τους τα κόβει. Γιατί;

Φαντάζεται κάποιον μυστηριώδη εκδικητή που τιμωρεί όσους ξέρουν το μυστικό, να κουβαλάει ένα χαντζάρι και μια σακούλα γεμάτη ανθρώπινα υπολλείμματα. Ίσως φοράει και κάπα. Ή μπορεί να τα χάνουν σε κάποιο περίεργο ατύχημα, κάπου να υπάρχει μια πύλη απ΄ όπου όλοι αναγκάζονται να περάσουν, μια στενή πύλη που χωράνε ίσα ίσα, εκτός απο το ένα δάχτυλό τους.

Μόνο που στην τσέπη του έχει το δικό του δάχτυλο. Αν είναι όντως το δικό του δάχτυλο, ίσως ο μελλοντικός εαυτός του να...

Κλείνει το βιβλίο μπροστά του με δύναμη και σηκώνεται νευριασμένος. Μαλακίες. Του λείπουν ακόμα κάποια στοιχεία του παζλ, θα τα μάθει σίγουρα όταν τους μιλήσει. Και αυτό θα γίνει σύντομα. Ποτέ δεν του άρεσε να περιμένει, οι δάσκαλοι του, πάντα έλεγαν πως παραείναι απερίσκεπτος.

Οι δασκαλοί του είχαν δίκιο. Ποτέ δεν θα πάει μπροστά έτσι όπως σκέφτεται.

Αλλά ίσως να πάει αλλού.




3

Κάπου μεταξύ 15.12 γαλαξιακού σταθμού Νέδων, 3030 μΧ
και 07.04 πλανήτης Βέρζιτς, μαγιστρείο πτήσεων, 3031 μΧ

Πιέζει δυνατά την πληγή για να σταματήσει το αίμα.

Ακόμα δεν πιστεύει πως τα κατάφερε.

Έριξε μια μπουνιά και καναδυό γερές κλωτσιές στον φρουρό και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μέχρι να βρεί το πλήθος που γιόρταζε τη μέρα της Ανασυγκρότησης. Μόλις τους έφτασε αυτό ήταν, έφυγε. Έφυγε με τη βαλίτσα του κοντόχοντρου μαυρομάλλη. Ούτε είδε τι έχει μέσα της, μακάρι να έχει φράγκα, πολλά φράγκα, να του πήρε όλες τις οικονομίες. Μάλλον όχι, την αισθάνεται πολύ ελαφριά, αλλά δεν έχει σημασία. Με το που την άρπαξε έριξε μέσα της το δάχτυλο του. Και αυτό είναι το φορτίο που τον ενδιαφέρει.

Το δάχτυλο που του έκοψαν πριν μισή ώρα, σε εκείνη τη γελοία τελετή. Δεν είναι ασφαλές επάνω του όσο τον κυνηγούν.

Ψαχουλεύει τις αναμνήσεις του, βρίσκει τη στιγμή που θέλει και είναι ήδη εκεί.

Άνθρωποι τρέχουν τριγύρω του. Εντοπίζει τον κατάλληλο κατευθείαν. Είναι ένας τύπος με τεράστια γυαλιά, ασορτί με τους τεράστιους τρυπημένους λοβούς των αυτιών του. Ένας γραμμικός κρετίνος. Τον πλησιάζει και προσθέτει την βαλίτσα του στις άπειρες δικές του.

Δεν θα καταλάβει τίποτα μέχρι να φτάσει.

Τον βλέπει που απομακρύνεται προς το ακριβές χωροχρονικό σημείο για να πετύχει τον άλλο κρετίνο, τον κρετίνο που θέλει. Πάλι καλά που έκανε ό,τι έκανε πριν αρχίσουν να κόβουν και άλλα κομμάτια του, θα ήταν πιο δύσκολο να τα βρεί ακόμα και αν τα έσωζε.

Νομίζει πως καταλαβαίνει τί εννοεί ο γέρος, με όλες τις βλακείες για θυσίες και κομμάτια σάρκας. Αν είσαι ολόκληρος... Θα μπορείς να γυρίσεις πίσω το χρόνο, όχι απλά να τον παρακάμψεις.

Κάθεται μόνο μια στιγμή και μετά ξεφεύγει καβαλώντας το πλήθος, ένας μοναχικός Μπόνι ή Κλάιντ, φυγάς χρόνου και χώρου.

Ελεύθερος.




5

10.23 Πλανήτης Βέρζιτς, μαγιστρείο πτήσεων, 3031 μΧ

Είναι έτοιμος για να μάθει, αλλά πρώτα πρέπει να περάσει τους φυλακες. Έχει ετοιμάσει εκατοντάδες δικαιολογίες για να τον αφήσουν να μπεί μέσα.

Κάτι σαν,
“Ξέρω τι κάνετε εκεί μέσα, έλεγχος απο το ανώτατο δικαστήριο, ανοίξτε την πόρτα”.
ή,
“Θέλω να πάω στον Αλντεμπαράν, διακόσια χρόνια πρίν. Που κόβω εισιτήριο”;
ή, το αγαπημένο του,
“Μπορώ να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα σας”;

Τελικά, δεν χρειάζεται καμιά τους.

Μόλις τους πλησίασε, δύο πανύψηλοι άντρες, ο ένας με μαυρισμένο μάτι. Τον κοιτάνε περίεργα, σαν να τον εχουν ξαναδεί, τον περιεργάζονται απο πάνω μέχρι κάτω, τα χέρια του. Τα μάτια τους εστιάζουν εκεί, έκπληκτα.

Ανοίγουν τις πύλες χωρίς κανένα πρόβλημα.

Προχωράει για λίγο, μέχρι που τους βλέπει. Ένα μάτσο γέροι είναι μαζεμένοι στην κεντρική σάλα. Εδώ είναι και ο κοντόχοντρος με το λειψό δάχτυλο, που ακολούθησε δυό μήνες πρίν. Αλλά δεν είναι μόνο μια συγκέντρωση λειψοδάχτυλων, κάποιοι δεν έχουν αυτιά, κάποιου του λείπει το μάτι. Ένας άλλος μιλάει με νοήματα, οι ουλές στο λαιμό του εξηγούν το γιατί.

Ο μονόφθαλμος τον ρωτάει, “πώς μας βρήκες”;

“Βρήκα το δάχτυλο μου. Αλλά το έχασα”. Η απάντηση βγαίνει απο τα χείλη του πρίν το μυαλό του απορρίψει την σουρεαλιστικότητα της.

“Δεν πειράζει, λέει ένας άλλος, τείνοντας ένα χέρι χωρίς αντίχειρα, “έχουμε εσένα τώρα. Τί ξέρεις για εμάς”;

Μοιάζουν ικανοποιημένοι μόλις τελειώνει την αφήγηση του. “Άριστα στη θεωρία. Αλλά πριν σου δείξουμε πως να ταξιδεύεις, τις πρακτικές μας”, κοιτάζονται μεταξύ τους, “χρειαζόμαστε... κάτι. Για να ξέρουμε πως σε εμπιστευόμαστε. Την ελάχιστη θυσία, μην ανησυχείς. Είσαι δεξιόχειρας, έτσι”;

Ο ψηλός με το μαυρισμένο μάτι μπαίνει στην αίθουσα κουβαλώντας ένα δίσκο, με γάζες, ράμματα, λαβίδες και ένα λεπτεπίλεπτο μαχαιράκι. Στη λαβή του μαχαιριού, δύο φίδια τυλίγονται σχηματίζοντας μια έλικα. Ακουμπά το δίσκο σε ένα τραπέζι και αποχωρεί αφού ρίξει πρώτα ένα περίεργο χαμόγελο προς το μέρος του.

Ο φύλακας δεν τον ενδιαφέρει. Ένα απο τα μυστήρια λύθηκε. Δεν υπάρχει μανιακός εκδικητής, ούτε κάποια ανθρωποφάγα πύλη στο διάστημα. Κόβουν τα ίδια τους τα μέλη. Δεν φέρνει καμιά αντίρρηση, έχει φτάσει πολύ μακριά για να γυρίσει πίσω τώρα. Απλά ρωτάει, “γιατί”;

“Είναι μια τυπική διαδικασία”, του λένε. “Συμβολίζει πως είσαι ένας απο μας”.

Δεν ξέρει τί θα απογίνει το δάχτυλο του, το παίρνουν μέσα σε μια πετσέτα. Κάποιος ξεκινά να ράβει την πληγή του. Καινούργιες απορίες σχηματίζονται στο μυαλό του και ακόμα δεν του έχουν πει τίποτα καινούργιο. “Ποιός θέλει να μου εξηγήσει τώρα”; ρωτάει απότομα. “Ας ξεκινήσουμε απο το δάχτυλο που βρήκα. Ποιού είναι”;

Κοιτάζονται πάλι μεταξύ τους με περίεργο βλέμμα, “θα σε βοηθήσει κάποιος που ξέρουμε, πολύ έμπειρος”.

Λέει, “εντάξει”, αλλά δεν τους λέει πως έχει ακόμα το δάχτυλο του άλλου σε ένα μαύρο κουτί στην αριστερή κρυφή τσέπη του σακακιού του.

Κοντά στην καρδιά του.




2

02.11 Πλανήτης Βέρζιτς, μαγιστρείο πτήσεων, 3031 μΧ

Ένα, δύο, τρία, τέσσερα.

Είναι πίσω στο μαγιστρείο πτήσεων, χωρίς να χάσει ούτε ανάσα. Ο Ένας κάθεται στην πολυθρόνα του και τον κοιτάζει με χαμόγελο. Όλοι οι υπόλοιποι μοιάζουν αποσβολωμένοι.

Πέρασε το τέστ.

Είναι εντυπωσιασμένοι που κατάφερε να πάει όπου του υπέδειξαν άνετα. Τα υψίπεδα του Καρτούρ, οι πόλεις του Χέλφνακ, οι πλανήτες του Βεττόμ... Τα ταξίδια παντού, τόσο εύκολα σαν να ανοίγει το ψυγείο του για να πάρει μια κόκα κόλα.

Είναι το ίδιο εντυπωσιασμένοι με τις τεχνικές ελέγχου της αναπνοής που χρησιμοποιεί. “Ένας αυτοδίδακτος”, ψιθυρίζουν ανάμεσα τους, “νόμιζα πως δεν θα συναντούσα ποτέ κάποιον”.

Δεν καταλαβαίνει τί εννοούν, του είναι τόσο εύκολο να ονειρευτεί τους κόσμους που του περιγράφουν, ακόμα και αν είναι χιλιάδες χρόνια μακριά. Ποτέ δεν περίμενε πως η ονειροφαντασία θα του έβγαινε σε καλό.

“Δεν ειναι εύκολο να βρούμε ονειροπόλους”, του λέει ο Ένας μετά, όταν μένουν μόνοι τους, καθώς ξαπλώνουν σε αντικριστές πολυθρόνες. “Είμαστε μια κοινωνία γέρων”. Πίνει μπράντυ απο ένα περίτεχνο ποτήρι. Δυό χρυσά φίδια το κυκλώνουν απο το πλάι, φτάνοντας μέχρι τα χείλη του.

“Παρακάμπτουμε τον χρόνο, τον χρησιμοποιούμε για τις δικές μας μετακινήσεις. Πρέπει να έχεις μια ελευθερία σκέψης για να αποδεχτείς αυτό που κάνουμε, μια άνεση με το περίεργο που δεν είναι εύκολη την σημερινή εποχή”.

Φαίνεται ικανοποιημένος. “Θα σε καλέσουν σύντομα, είμαι σίγουρος. Μάλλον τη μέρα της Ανασυγκρότησης. Όταν έρθει η στιγμή, πρέπει να αποφασίσεις τί κομμάτι του εαυτού σου θέλεις να θυσιάσεις. Είναι συμβολικό, σίγουρα, αλλά και πολύ, πολύ ουσιαστικό. Όσο μεγαλύτερη η θυσία, τόσο μεγαλύτερα τα κέρδη, η γνώση, οι ικανότητες”. Γυρίζει αργά το χρυσαφί υγρό στο ποτήρι του, “Αλλά... η γνώση, καθε γνώση σημαίνει υπευθυνότητα και θα φροντίσουμε να το θυμάσαι”.

“Τί τα κάνετε τα κομμάτια”;

“Μας βοηθάνε σε βρίσκουμε πάντα”.

“Πώς” ;

“Δεν χρειάζεται να τα μάθεις όλα αμέσως. Ούτε εγώ τα ξέρω. Είναι άλλες δυνάμεις, πολύ ισχυρότερες απο τους είκοσι γέρους που είδες σήμερα εδώ, δυνάμεις που τους ενδιαφέρει η μετακίνηση οποιουδήποτε στον κόσμο. Μην φανταστείς πως έχουμε κάπου μια κρύπτη γεμάτη σάπιες ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι είναι εκείνοι που αναλαμβάνουν τη... φύλαξη. Θεώρησε το φόρο. Φόρο αίματος”.

Ο γέρος του τη σπάει, με το στυλάκι του παντογνώστη καθηγητή πανεπιστημίου και με τα ψιλοομοφυλοφυλικά του χουφτώματα. “Τί θα γίνει αν κάποιος δεν δώσει τίποτα”, τον ρωτάει απότομα, “αν απλά μάθει ό,τι μπορεί και μετά σας παρατήσει”;

“Τότε θα είσαι ελεύθερος να κωλοβαρέσεις στο χωροχρόνο χωρίς κανέναν έλεγχο”. Ο Ένας τον κοιτάει με μισόκλειστα μάτια, “μπορείς να το κάνεις αλλά δεν θα στο συμβούλευα”. Σηκώνεται ξαφνικά, κατεβάζοντας τα παντελόνια του.

“Εεεε, τί κάνεις...”;

Μπροστά του, απο ένα ολόγυμνο όσχεο, κρέμεται ένα ζευγάρι ζαρωμένα μπαλάκια.

“Να θυμάσαι”,

Μόνα τους.

“δεν μπορείς να ξεφύγεις απο το διάβολο”.




6

08.37 Πλανήτης Βέρζιτς, σπίτι γηραιού Ένα, 3031 μΧ

Περιμένει στην είσοδο εδώ και τόση ώρα και ακόμη κανείς δεν ήρθε να τον συναντήσει.

Τον έστειλαν απο το μαγιστρείο για να συναντήσει τον γηραιό Ένα. “Είναι ο μόνος που μπορεί να σου εξηγήσει τί συμβαίνει”, είπαν. Περιμένει να δεί καμιά εξωπραγματική φιγούρα να τον υποδέχεται, ένας τιτάνας δύο μέτρα, με κατάξανθα μαλλιά σαν το Χριστό.

Τελικά, είναι ένας γεράκος με λευκά μαλλιά και λεπτά γυαλιά. Μοιάζει με συγγραφέα. Προλαβαίνει να ελέγξει τα χέρια του καθώς τον χαιρετά. Δεν του λείπει κανένα δάχτυλο. Ρίχνει μια βιαστκή ματιά σε όλο του το σώμα. Ούτε κάποιο άλλο μέλος απ' όσο μπορεί να δεί. Τί να του έκοψαν; Ίσως τη σπλήνα.

Ο γέρος τον κοιτάει επίμονα. “Του μοιάζεις”

Τον περιεργάζεται πάνω κάτω σαν να είναι πειραματόζωο, “μα έχεις περισσότερες δυνατότητες”, αποφαίνεται μόλις η εξέταση τελειώνει. “Μας βρήκες μόνος σου, δεν χρειάστηκες καθοδήγηση”. Ακούγεται περήφανος. “Αυτό που έκανε είναι απαγορευμένο. Δεν έπρεπε να επικοινωνήσει μαζί σου. Ποτέ δεν κατάλαβε πως η γνώση, κάθε γνώση σημαίνει υπευθυνότητα. Μην κάνεις το ίδιο λάθος”.

Τον παίρνει απο το χέρι οδηγώντας τον μέσα απο μακρόστενους ατελείωτους διαδρόμους. Και το σπίτι φαινόταν τόσο μικρό απ' έξω. “Είσαι ένας απο εμάς τώρα. Θα ταξιδέψεις σε απίστευτα μέρη, θα γνωρίσεις καινούργιους ανθρώπους, αλλά θα εξυπηρετείς πάντα ένα σκοπό. Θα σου μάθω όσα ξερω, μα πίστεψε με. Κανείς δεν τα ξέρει όλα”.

Τον οδηγεί σε μια αίθουσα. Είναι ολόμαυρη, χωρίς παράθυρα. Στο κέντρο της, μια περίτεχνη ζωγραφιά. Δύο φίδια ενώνονται στα κεφάλια και τις άκρες των ουρών τους, σχηματίζοντας ένα οβάλ σχήμα, σαν αυγό.

“Ό,τι ξεκίνησε πρέπει να ολοκληρωθεί. Έχουμε ένα κομμάτι σου, η κοινή σας... ουσία θα μας βοηθήσει να τον εντοπίσουμε, όπου κι αν είναι. Θα κανονίσω μια συνάντηση”.

“Κοινή ουσία; Δηλαδή, είμαστε πραγματικά ίδιοι”.

“Φυσικά. Σε βάζω στα βαθιά γρήγορα, μα είναι απαραίτητο. Εξαιτίας των πραξεών του είσαι και εσύ μπλεγμένος. Ή ο ένας, ή ο άλλος, δεν επιτρέπεται να κυκλοφορείτε και οι δύο εκεί έξω”.

Δεν μπορεί να μην αντιδράσει. “Άλλη μια απαγόρευση”;

“Ναί. Καλά θα κάνεις να τις συνηθίσεις”.

“Νόμιζα πως είστε παντοδύναμοι”.

Ο Ένας τον κοιτάει ψυχρά. “Κανείς δεν είναι. Οι πρακτικές μας, όσο περίεργες και αν σου φαίνονται, πρέπει να τηρούνται κατά γράμμα. Ειναι πανάρχαιες. Αδιαμφισβήτητες. Τα σώματα μας το αποδεικνύουν. Μην τις υποτιμήσεις”.

Δεν χρειάζεται κάποιο ξόρκι για την μετακίνηση. Η ίδια του η ύπαρξη θα ξεκινήσει τη διαδικασία... κάπως. Στέκεται στο κέντρο του δωματίου. Συγκρατείται απο το να αγγίξει το κουτί που έχει ακόμα κρυμμένο στο παλτό του. Άχρηστο. Αλλά του αρέσει να το αισθάνεται μάζι του, σαν τα παιδάκια που κρατάνε το αγαπημένο τους παιχνίδι για ασφάλεια.

Ο γέρος κατευθύνεται προς την πόρτα,

“Να θυμάσαι”,

μια τελευταία συμβουλή, πριν κλείσει την πόρτα και τον αφήσει μόνο του στη μαυρίλα.

“δεν μπορείς να ξεφύγεις απο το διάβολο”.




1


15.14 Γαλαξιακός σταθμός Νέδων, 3031 μΧ

Δεν πάει ποτέ πουθενά.

Πράγμα περίεργο για κάποιον που δουλεύει σε εταιρία διαγαλαξιακής μετακίνησης, αλλά είναι αλήθεια. Άνθρωποι τον προσπερνούν, τρέχοντας για να προλάβουν τη πτήση τους. Όλοι έχουν κάποιο προορισμό εκτός απο αυτόν.

Δεν περίμενε πως θα ήταν ακόμη εδώ. Θυμάται, είχε κάνει αυτό ακριβώς το δρομολόγιο πέρυσι, ίδια εποχή. Πλήρης αποτελμάτωση. Μήπως είναι καιρός να πάει κάπου επιτέλους, να βρεί ένα σκοπό στη ζωή του; Να ταξιδέψει κάπου και για πρώτη φορά, να μείνει εκεί, να γνωρίσει νέα μέρη, να τα ζήσει.

Σηκώνει τα μάτια, ο συνεπιβάτης του και οι βαλίτσες του μόλις έφτασαν. Είναι ένας γέρος με λευκά μαλλιά και λεπτά γυαλιά. Μοιάζει με συγγραφέα. Φαίνεται χαμένος στις σελίδες κάποιου τόμου, μάλλον κάτι σχετικά με την χλωροπανίδα στην Κρητιδική εποχή.

Κλείνει τα μάτια του. Οι ανάσες του βαθαίνουν, γίνονται πιο αργές. Είναι μέρος μιας τεχνικής που εφαρμόζει, τον βοηθά να ηρεμήσει μέχρι να φτάσει. Η αναπνοή του γέρου, που άφησε το βιβλίο του και τον κοιτάει, μοιαζεί να ακολουθεί τη δική του.

Μία,
δύο,
τρείς,
τέσσερεις.

Μάλλον του την πέφτει, υπάρχουν πολλοί dickheads στις πτήσεις προς τα ενδότερα του γαλαξία.

Ή μπορεί να είναι απλά έτοιμος να ξεράσει.

Φοράει τη ζώνη του και ακουμπά το κεφάλι του στο κάθισμα. Η μπαλαρίνα αρχίζει όπως πάντα, αλλά η αίσθηση είναι περίεργη, δεν μπορεί να χαθεί στο κέντρο βάρους της ομάδας, να ακολουθήσει το ρυθμό της. Όλοι σαν να εστιάζουν ασυνείδητα στον γέρο, να ακολουθούν το ρυθμό που τους υπαγορεύει. Αναγνωρίζει την συνέχειά του,

μπαπ, ένα,
μπαπ, δύο,
μπαπ, τρία,
μπαπ, τέσσερα...

είναι ο ρύθμος των δικών του αναπνοών.

Μόλις φτάνουν βλέπει με ανακούφιση πως δεν υπάρχει ξερατό επάνω του. Δεν υπάρχει ξερατό πάνω σε κανένα. Όλοι ταξίδεψαν ανετότερα απο κάθε άλλη φορά. Κανά δυό πρωτάρηδες μάλιστα, κοιμήθηκαν σαν πουλάκια μέχρι να τελειώσει το ταξίδι. Ο γέρος σηκώνεται και του τείνει το χέρι.

“Είμαι ο γηραιός Ένας, μαγίστρος πτήσεων”.

Μαγιστρείο πτήσεων. Υπεύθυνοι για κάθε κινούμενο όχημα στο σύμπαν, απο μπαλαρίνες μέχρι παιδικά τρενάκια. Αν θέλουν, σε κάνουν ακόμη και πιλότο.

“Έλα μάζι μου”, του λέει. “Έχω μια πρόταση να σου κάνω”.




ανάμεσα
Δεν μπορείς ποτέ να πείς πως δεν υπάρχει τίποτα κάπου, αλλά δεν υπάρχει τίποτα εδώ που βρίσκονται.

Δεν μπορούν να δούν ο ένας τον άλλο, αλλά νιώθουν ακόμη. Τη φαγούρα στο κενό που θα έπρεπε να είναι ο παράμεσος δάχτυλος και των δύο, το πακέτο με τσιγάρα στην τσέπη του ενός, το βάρος στην εσωτερική τσέπη του σακακιού, όπου ο άλλος κρύβει ένα μαύρο κουτάκι.

Η αίσθηση των σωμάτων τους υπάρχει, χωρίς καμιά περαιτέρω απόδειξη πως δεν είναι μόνο οι ψυχές, ή οι αναμνήσεις τους που βρέθηκαν να αντιδικούν στο πουθενά.

Ό,τι και να γίνει, μόνο ένας μπορεί να φύγει απο εδώ.

“Πώς σε βρήκε ο Ένας” ;

“Εγώ τον βρήκα”.

“Δεν έπρεπε να ψάξεις”.

“Δεν γινόταν αλλιώς, δεν μου εδώσες καμία κατεύθυνση”.

“Δεν αφορούσε εσένα, ό,τι έγινε, έγινε για μένα. Το έχεις μαζί σου”;

“Με αφορά τώρα. Και ναί”.

“Δεν καταλαβαίνεις, μπορώ ακόμα να ξεφύγω, να γυρίσω πίσω”. Δεν βλέπει τα χέρια του, αλλά ξέρει πως ανάβουν ένα τσιγάρο.

“'Εχω δεί πώς είναι η ζωή έτσι. Βαρετή. Και δεν μπορεις να ξεφυγεις, ξέρουν την ουσία σου τώρα. Ακόμα και αν νικήσεις θα σε κυνηγήσουν πάλι. Και τώρα θα ξέρουν που να σε βρούν”. Αγγίζει το σακάκι του κοντά στην καρδιά. Μένει με το χέρι έτσι, σαν να προσεύχεται σε κάποια σημαία.

“Ά, ναί... Παράγραφος δεκαπέντε, υποσημείωση τρία στο εγχειρίδιο. 'Ο εντοπισμός γίνεται διαμέσου της ουσίας του ατόμου'. Δεν νομίζω πως καταλαβαίνεις τί σημαίνει ακριβώς. Όσο περισσότερο μετακινείσαι εκτός της επιβλεψής τους, η ουσία σου αλλάζει. Έχω πάει σε μέρη που δεν έχουν φανταστεί ακόμη. Όλα είναι πιθανά. Τα έζησα όλα”. Το τσιγάρο είναι αναμμένο και δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί στα χείλη του καθώς τραβάει μια ρουφηξιά.

“Εγώ όχι”. Αισθάνεται το βάρος του κουτιού κοντά στην καρδιά του, μαζί με τους χτύπους της.

“Δεν ξέρεις πόσο τύχερος είσαι”. παφ

“Δεν αισθανόμαι τύχερος”. μπαπ, ένα.

“Το τσιγάρο μου τελείωνει”. παφ

“Θέλω να ζήσω”. μπαπ, δύο.

“Δεν έχω άλλο”.

“Θέλω να ζήσω”. μπαπ, τρία.

“Θέλω να ζήσω”. μπαπ, τέσσερα.

Δεν υπάρχει απάντηση, καμιά φωνη δεν σηκώνεται να του αντιμιλήσει. Έτσι απλά, είναι μόνος του στο τίποτα. Βγάζει το κουτί απο την τσέπη του. Είναι καλύτερα που ξέρει ό,τι ξέρει; Ο γέρος του μίλησε για περιορισμούς ακόμα και στην παραδοξότητα, για νόμους και κανόνες πανάρχαιους, ακατάλυτους. Αλλά ακόμα και έτσι, πρέπει να είναι κάτι καλύτερο απο αυτό που ζούσε μέχρι τώρα.

Πιάνει το δάχτυλο και το πετάει κάτω. Η τελευταία του σύνδεση με το παρελθόν. Δεν το χρειάζεται πια, δεν χρειάζεται την αίσθηση ασφάλειας που του δίνει. Είναι ένα βήμα απο την αναχώρηση, το νιώθει, θα ανοίξει επιτέλους την πόρτα στο άπειρο, θα ζήσει.

“Νίκησα”.

Ένα ρίγος διαπερνάει το σώμα του. Αρχίζει να τρέμει. Δεν θα έπρεπε να αισθάνεται κρύο εδώ, αλλά κάτι μοιάζει να ρούφηξε την ενέργεια, ή οτιδήποτε ήταν αυτό που έκανε το σώμα του να αισθάνεται οικεία πρίν. Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως... δεν πρέπει να αισθάνεται οικεία. Είναι πολύ προσωρινός φιλοξενούμενος, στο φυσικό περιβάλλον κάποιου άλλου. Η πόρτα είναι ακόμη ανοιχτή το ξέρει, μπορεί να φύγει, αλλά ένας ήχος διακόπτει τις σκέψεις του.

Κριτσάνισμα. Κάτι μεγάλο τρώει δίπλα του.

Τί ήταν αυτό που του είπε ο Ένας; “Η κοινή ουσία σας, μπλα μπλα μπλα”

...ειναι γεύση. Η κοινή μας γεύση.

Ποτέ δεν θα είναι ελεύθερος, του το είπε ο γέρος, αλλά το καταλαβαίνει πραγματικά μόνο τη στιγμή που νιώθει, εκεί στο τίποτα που είναι μεταξύ πιθανοτήτων, αυτό που βγηκε απο το χαος, που ζεί στο χάος. Αυτό που τρώει το κομμάτι του που άφησε πίσω. Ούτε γραμμικό, ούτε παράδοξο. Απερίγραπτο για τις ανθρώπινες αισθήσεις.

Κάνει το βήμα μέσα απο την ανοιχτή πόρτα όσο πιο γρήγορα μπορεί.