Still

Still

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Μελλοντικό έργο




Σκοτάδι στη σκηνή.


Αφηγητής: Πρώτα είναι η άνοιξη.

Μετά το καλοκαίρι, η ζεστασιά. Φθινόπωρο, χειμώνας. Πρώτα είναι η άνοιξη, το ανανεωμένο, το καινούργιο πρόσωπο του κόσμου. Μετά η ωρίμανση, μέση ηλικία. Γεράματα.

Έτσι ήταν, μέχρι εκείνο το πρωινό στις δέκα του Δεκέμβρη, που ο Τζίμ Τάνερ σωριάστηκε στο παγωμένο έδαφος έξω απο το ταχυδρομείο με το κεφάλι του ανοιγμένο στη μέση. Το μόνο που είδαν οι λιγοστοί διαβάτες που βρέθηκαν κοντά του στις έξι και εικοσιπέντε το πρωί, ήταν τα γονατά του που λύγισαν. Και μετά, το κεφάλι του.

Δυό κομμάτια ακόμα ενωμένα στη βάση τους, σαν λουλούδι που μόλις άνοιξε.


Πράξη πρώτη

Φώς στη σκηνή. Ένα γραφείο αστυνομικού τμήματος. Δυό άνδρες με στολές, ο ένας, κοντόχοντρος, κάθεται, ο άλλος ψηλόλιγνος, περιτριγυρίζει στο χώρο. Έντονα, με δυνατά βήματα, καταμετρώντας:

Πρώτος αστυνομικός: “Τριάντα ένα. Δύο, τρία και έφτασα. Σύνολο, τριάντα τρία βήματα απο την είσοδο του σπιτιού μου”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Του σπιτιού του. Ας μην ταυτιζόμαστε”.
Πρώτος αστυνομικός: “Έστω. Τριάντα τρία βήματα, σπίτι - ταχυδρομείο. Διαδρομή που έκανε κάθε μέρα την ίδια ώρα”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Πολύ νωρίς για δουλειά”.
Πρώτος αστυνομικός: “Αλλά έτσι του άρεσε. Να είναι εκεί τουλάχιστον μισή ωρα πριν απο τους άλλους. Να τακτοποιεί, να οργανώνει χαρτιά και φακέλους. Σύμφωνα με τον συνεργάτη του, έναν κύριο Μπράιτ, ήταν ήσυχος άνθρωπος. Δεν μίλαγε πολύ. Φανατικά ακριβής”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Βαρετός”.
Πρώτος αστυνομικός: “Ίσως. Δεν παντρεύτηκε ποτέ”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Ξέρω πολλούς βαρετούς παντρεμένους”.
Ο άλλος σταματά να στέκεται και κάθεται παραιτημένος, με ένα ξεφύσημα, στον καναπέ απέναντι απο το γραφείο.
Πρώτος αστυνομικός: “Τί του συνέβη”;
Δεύτερος αστυνομικός: “Δεν υπήρχε κανείς κοντά του την ώρα που του συνέβη. Ένα καθαρό κόψιμο στη μέση του κεφαλιού και... αυτό ήταν”.
Πρώτος αστυνομικός: “Σαν να τον χτύπησε αόρατος πέλεκυς”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Η ρομφαία του αρχάγγελου Μιχαήλ”.
Πρώτος αστυνομικός: “Θα ήταν ταιριαστό, με τα Χριστούγεννα τόσο κοντά”.
Γελάνε σιγανά και μετά μένουν αμίλητοι να κοιτιούνται.
Ο άνδρας που κάθεται στο γραφείο, ψελλίζει:

Δεύτερος αστυνομικός: “Ίσως χρειαζόμαστε βοήθεια”.


Σκοτάδι στη σκηνή. Φώς στο λευκό πανί που κρέμεται πίσω της. Επάνω του, ανθρώπινες σκιές παίζουν τους ρόλους τους παράλληλα με την αφήγηση.


Αφηγητής: Στις δεκατρείς Δεκεμβρίου, ώρα δύο και δέκα, η κυρία Όλσον καθόταν στη στάση του λεωφορείου νούμερο πέντε, για Μπρούμινγκτον.

Η κυρία Πέρεζ με όλα της τα εκατόν δέκα κιλά, ήρθε και κάθισε δίπλα της. Μίλησαν για τον καιρό, τις εκπτώσεις που θα ξεκινούσαν σύντομα στο εμπορικό κέντρο, την τελευταία θεατρική παράσταση στο δημοτικό θέατρο και πως θα ήθελαν να την είχαν παρακολουθήσει, ίσως μαζί. Έμειναν αμίλητες για λίγο. Η κυρία Όλσον έσκυψε το κεφάλι για να πάρει μια καραμέλα απο την τσάντα της. Γύρισε να προσφέρει μία στην κυρία Πέρεζ που καθόταν ακόμα, αμίλητη, δίπλα της - τί καλύτερος τρόπος να σπάσει την σιωπη - όταν την είδε. Πιο ψηλόλιγνη απο ποτέ. Το κεφάλι της να ξεπροβάλλει λίγο πιο πάνω απο τα σπασμένα τζάμια της οροφής της στάσης, πιο στενό απ'οτι θα μπορούσε ποτέ να είναι ένα ανθρώπινο κεφάλι. Το σώμα της, μια στέκα φυτεμένη στο χώμα, σαν τα σχοινιά των φακίρηδων που ταλαντεύονται όρθια, στο ρυθμό ενός φλάουτου. Μαγεία.

Δευτερόλεπτα μετά, το συνθλιμμένο κουφάρι να σωριάζεται στο χώμα, σε ένα υγρό χαλί απο τα αναμεμιγμένα σωθικά του.

Οι σκιές στον τοίχο πολλαπλασιάζονται, παριστάνοντας ανθρώπους που πέφτουν σε τυχαία σειρά, σαν κεραυνοβολημένοι στο πάτωμα. Ένα ανθρώπινο κουβάρι.

Αφηγητής: Συνέβησαν και άλλα.


Πράξη δεύτερη

Φώς στη σκηνή. Ίδιο γραφείο. Οι δύο αστυνομικοί στέκονται όρθιοι. Καθισμένος στην καρέκλα του γραφείου, ένας κουστουμαρισμένος, κομψός τύπος τους κοιτάει αυστηρά.

Επιθεωρητής: “Έπρεπε να ζητήσετε τη βοήθεια μας γρηγορότερα”.
Οι αστυνομικοί στέκονται αμίλητοι, με ένοχα βλέμματα. Τους αγνοεί και αρχίζει να διαβάζει απο τα χαρτιά του.
Επιθεωρητής: “Ένας αποκεφαλισμός”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Ε, συγγνώμη που σας διακόπτω, αλλά... όχι ακριβώς”.
Επιθεωρητής: “Μια διχοτόμηση κεφαλιου τότε, στις δέκα Δεκεμβρίου. Μια... επιμήκυνση στις δεκατρείς. Δύο διαχωρισμοί σωμάτων, ο πρώτος παράλληλα με το επίπεδο των λαγόνιων ακανθών, ο άλλος διαγώνια, απο το έκτο πλευρό ως την αριστερή κλείδα. Και οι δύο στις δεκατεσσερεις του μήνα. Κανένα στοιχείο”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Κανένα”.
Πρώτος αστυνομικός: “Είχαμε μια ήσυχη πόλη. Όλα αυτά είναι καινούργια εδώ”.
Επιθεωρητής: “Είναι καινούργια παντού, πιστεψέ με”.
Σκύβει προς τα εμπρός σαν να θέλει να ξεκουραστεί, με μάτια μισοκλειστά.
Επιθεωρητής: Είδα... είδα ένα βράχο στην είσοδο της πόλης σας. Ήταν πάντα εκεί, το ξέρω, είχα ξανάρθει εδώ κάποτε, αλλά δεν τον θυμάμαι έτσι. Σαν να μίκρυνε, σαν να είναι φαγωμένος απο... κάτι”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Είναι πέτρα, και αυτές γερνάνε, υποθέτω”.
Επιθεωρητής: “Δεν είναι τόσο απλό. Ή μήπως είναι; Ήταν στη γωνία της μεγάλης ταμπέλας και φαινόταν τεράστιος. Τώρα, θα μπορούσες να ξεχάσεις οτι τον είδες”.
Πρώτος αστυνομικός: “'Δεν το είχα συνειδητοποιήσει πρίν, αλλά έχει δίκιο! Πρέπει να έγινε πρόσφατα”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Και τί σχέση έχει με τις υποθέσεις μας”;
Επιθεωρητής: “Ίσως πρέπει να δούμε το πρόβλημα της πόλης σας διαφορετικά”.
Πρώτος αστυνομικός: “Αυτοκτονίες..”;
Ο επιθεωρητης σταυρώνει τα χέρια του και απαντά με ψέυτικο στόμφο.

Επιθεωρητής: “Αυτός... Είναι ο χειμώνας της δυσαρέσκειάς σας”.


Σκοτάδι στη σκηνή. Φώς στο λευκό πανί πίσω της. Σκίες αναπαριστούν.


Αφηγητής: Μέσα Δεκεμβρίου. Έξι και είκοσι το πρωί.

Στον δρόμο έξω απο το ταχυδρομείο, ο κύριος Μπάρκερ περπατούσε βιαστικά για να παραλάβει το πακέτο με τα σεξουαλικά βοηθήματα που είχε παραγγείλει απο το διαδίκτυο. Στις έξι και εικόσι πέντε γύριζει, χαμογελώντας, να χαιρετήσει την κυρία Άννικα που στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Καθώς σηκώνει το χέρι του, το ένα τέταρτο του κεφαλιού του πέφτει στο έδαφος, με το αριστερό του μάτι να χύνεται πρώτο στο δρόμο.

Ακολουθούν τα υπόλοιπα περιεχόμενα του κρανίου του.


Πράξη τρίτη

Φώς στη σκηνή. Μια αίθουσα συνεδριάσεων. Βλέπουμε τον επιθεωρητή στο κέντρο, μπροστά απο ένα πίνακα, με ένα μαρκαδόρο στο χέρι. Καθισμένοι γύρω του, οι δυό αστυνομικοί, τρία ακόμη αξιοσέβαστα πρόσωπα μπροστά μπροστά, καθώς και αρκετοί ανώνυμοι θεατές.

Ο επιθεωρητής σχηματίζει μια φιγούρα στο κέντρο του πίνακα. Στη συνέχεια ζωγραφίζει με διακοπτόμενες γραμμές, ένα ημικύκλιο να περνά κάθετα μέσα απο το κεφάλι της.

Επιθεωρητής: “Έτσι υποθέτουμε πως άρχισαν τα πράγματα. Η λεπίδα εμφανίζεται για κλάσματα δευτερολέπτου στην οθόνη”.
Δεύτερος αστυνομικός: “Μα, απο που ήρθε”;
Επιθεωρητής: “Δεν ξέρουμε. Αλλά είναι εκεί”.
Αφήνει τον μαρκαδόρο και στέκεται τα χέρια πίσω απο την πλάτη, κοιτώντας το κοινό έντονα.
Επιθεωρητής: “Οι περισσότεροι γνωρίζετε το σχέδιο που εφαρμόσαμε σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές. Μετα το δεύτερο επεισόδιο εξω απο το ταχυδρομείο, αποκλείστηκαν πρώτα, όλες οι περιοχές των πρόσφατων... εγκλημάτων. Μετά, τοποθετήθηκαν κάμερες εικοσιτετράωρης παρακολούθησης, καθώς και ένστολο προσωπικό. Σκοπός, η αποκάλυψη τυχόν επαναλαμβανόμενου εξωγενούς παράγοντα, υπεύθυνου για τους θανάτους”.
Καθηγητής Μόργκ: “Και το αποτέλεσμα”...
Επιθεωρητής: “Είναι αυτό που μόλις σας είπα. Καταγεγραμμένα αποτελέσματα απο τις δεκαοχτώ Δεκεμβρίου, ώρα δύο και είκοσι το μεσημέρι. Δεκαεννέα Δεκεμβρίου και ώρα πέντε ακριβώς το απόγευμα. Και σήμερα το πρωί, είκοσι Δεκεμβρίου, στις έξι και εικοσιπέντε ακριβώς το πρωί, η τελευταία ενδιαφέρουσα βιντεοσκόπηση, απο τις κάμερες έξω απο το ταχυδρομείο”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “Οι παρόντες ένστολοι”;
Επιθεωρητής: “Ισχυριζονται πως δεν είδαν τίποτα, όλα τα συμβάντα κράτησαν κλάσματα του δευτερολέπτου. Και είναι όντως επαναλαμβανόμενα, το κάθε ένα, ακριβώς εκατόν είκοσι ώρες μετά το αρχικό περιστατικό”.
Δείχνει τον κοντόχοντρο αστυνομικό.
Επιθεωρητής: “Παρακαλώ”...
Ο αστυνομικός διαβάζει όρθιος, φανερά ταραγμένος.
Δεύτερος αστυνομικός: “Μια ημικυκλική λεπίδα που ανεβοκατεβαίνει, εκατόν εβδομήντα πόντους απο το έδαφος, ως άγνωστο ύψος. Δύο οδοντωτοί δίσκοι που εφάπτονται περιστρεφόμενοι κάθετα, στο επίπεδο του εδάφους και ως άγνωστο ύψος. Μία λεπτή ράβδος που γυρίζει στο κέντρο της πόλης, ογδόντα εκατοστά απο το έδαφος, σε διάμετρο διακοσίων μέτρων”.
Ένας απο τους καθηγητές που κάθονται μπροστά, πετάγεται απότομα.
Καθηγητής Μόργκ: “Πυθαγόρα μου”...
Καθηγητής Ρέελιτς: “Δεν νομίζω να τολμήσεις να εισάγεις τις τρελές σου απόψεις σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα”;
Καθηγητης Μόργκ: “Ενώ εσύ θα αφήσεις τις εξωγήινες θεωρίες σου έξω απο αυτή τη συζήτηση, υποθέτω”.
Επιθεωρητής: “Κύριοι”...
Καθηγητής Ρέελιτς: “Μα, είναι ηλίου φαεινότερο πως κάποια εξωγήινη ιδιοφυία παίζει μαζί μας”.
Καθηγητής Μόργκ: “Συνεχίζεις να αγνοείς τις δημοσιεύσεις μου επί του ζητήματος, ο Πυθαγόρας”...
Καθηγητής Ρέελιτς: “... τα είχε πεί όλα. Ξέρω ακριβώς που το πάς. Αντικατέστησες τον Νοστράδαμο με τον ύψιστο ελλήνα φιλόσοφο, καταντώντας τον έρμαιο της ακόρεστης φιλοδοξίας σου”.
Επιθεωρητής: “Κύριοι, δεν θα το πώ ξανά. Σκασμός”.
Σκύβει απειλητικά πάνω τους.
Επιθεωρητής: “Ειμαι απόλυτα ενήμερος για τις... πεποιθήσεις σας. Σας έφερα εδω με την ελπίδα πως θα μπορούσατε να βοηθήσετε να δούμε το τί συμβαίνει απο μια νέα οπτική γωνία. Για να σας απαντήσω, όχι, η κυβέρνηση δεν αποκρύπτει κάποιο εξωγήινο μήνυμα, ούτε απ' όσο ξέρω, οι μέθοδοι εδώ ακολούθουν κάποιο γνωστό πυθαγόρειο θεώρημα. Εκτός και αν οι αρχαίοι Έλληνες αρέσκονταν στο να σφάζονται μεταξύ τους μέσα στις ακαδημίες τους”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί εξαφανίστηκαν όλοι”.
Καθηγητής Μόργκ: “Οι Έλληνες δεν έχουν εξαφανιστεί. Άσχετε”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “Αρχαιολάτρη”.
Καθηγητής Μόργκ: “Αλλοπαρμένε”.
Ο τρίτος υψηλός προσκεκλημένος, ένας καχεκτικός γεράκος, σηκώνει το χέρι του διστακτικά.
Καθηγητής Χότσκινς: “Κύριε επιθεωρητά”...
Επιθεωρητής: “Ναί”..;
Καθηγητής Χότσκινς: “Υπήρξαν, θέλω να πώ, γνωρίζετε για άλλα παρόμοια περιστατικά, ίσως, ίσως... Χωρίς ανθρώπινα θύματα στην περιοχή”;
Απαντά, σαν μόλις να ξυπνά, ρίχνωντας ένα θυμωμένο βλέμμα στους άλλους δύο καθηγητές.
Επιθεωρητής: “Βεβαίως, θα έφτανα και σε αυτό”.
Απευθύνεται στον ψηλόλιγνο αστυνομικό.
Επιθεωρητής: “Αν θα μπορούσατε”.
Ο αστυνομικός σηκώνεται και απαγγέλει με επισημότητα.
Πρώτος αστυνομικός: “Μετά την καταγεγραμμένη επιβεβαίωση της επαναληψιμότητας της κατάστασης, ειδικό κλιμάκιο επισκέφτηκε πόρτα πόρτα τους κατοίκους. Ανακαλύψαμε πως υπήρξαν πολλά παρόμοια περιστατικά στην περιοχή αυτό τον χειμώνα, όπως διαλλυμένα δέντρα και περίεργοι θάνατοι ζώων στα περίχωρα της πόλης,. Δυστυχώς, όλα αυτά είναι δύσκολο να τοποθετηθούν επακριβώς χρονικά. Πιο χαρακτηριστικά, μια κυρία Σαντ, είχε κατηγορήσει τρισάκις τον γιό του γείτονα της, πως της έκοψε τα σύρματα της μπουγάδας. Τον μήνυσε για φθορά ξένης περιουσίας και ψυχική οδύνη. Τα σχοινιά κόπηκαν και τις τρείς φορές στα ίδια σημεία. Κάθε πέντε ημέρες, απο τις εφτά ως τις δεκαεφτά Δεκεμβρίου”.
Οι καθηγητές κοιτιούνται ανήσυχα.
Επιθεωρητής: “Πριν με ρωτήσετε, ναί, έχουμε ήδη τοποθετήσει κάμερες στον κήπο της εν λόγω κυρίας”.
Καθηγητής Χότσκινς: “Τρείς φορές”...
Καθηγητής Μόργκ: “...άρα δεν τελείωσε ακόμη”.
Καθηγητής Ρέελιτς: “'Ό,τι και αν είναι”.
Τους διακόπτει ενοχλημένος.
Επιθεωρητής: “Τί εννοείτε”;
Καθηγητής Χότσκινς: “Επιθεωρητά, μήπως... Μήπως, η αιτία είναι δευτερευούσης σημασίας αυτή τη στιγμή; Μήπως, πρέπει να φύγουμε απο την πόλη..; Mία, μία εκκένωση, εφόσον το συμβάν είναι ακόμη εν εξελίξει, μήπως δεν πρέπει να καθόμαστε καν εδώ”...
Επιθεωρητής: “Για μια στιγμή, δεν νομίζω πως”...
Καθηγητής Χότσκινς: “Δεν καταλαβαίνετε; Είναι σαν να μην υπάρχουμε... Το έργο άλλαξε, δεν μας λαμβάνει πια καθόλου υπόψη”!
Σηκώνεται τρεμάμενα.
Καθηγητής Χότσκινς: “Ποιός ξέρει... πού θα χτυπήσει ξανά”...
Ο κόσμος αρχίζει να σηκώνεται απο τις καρέκλες του και να οδεύει προς την έξοδο, φωνάζοντας ανήσυχα.
Πρώτος Θεατής: “Είναι το τέλος του κόσμου”!
Δεύτερος Θεατής: “Δοκιμαστήκαμε και αποτύχαμε”!
Επιθεωρητής: “Παρακαλώ μην πανικοβάλλεστε, καθίστε στις θέσεις σας, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, η αίθουσα είναι περιβεβλημένη απο ατσάλι και τιτάνιο, ακόμα και σε πυρηνική έκρηξη, κύριε δήμαρχε”...
Η λέξη μένει στη μέση στο στόμα του, καθώς ακούγεται ένας εκκωφαντικός ήχος απο σπάσιμο και όλοι πέφτουν απότομα στο έδαφος. Αίμα σκάει απο τη σκηνή γεμίζοντας το χώρο. Ησυχία. Κανείς δεν σηκώνεται.


Σκοτάδι στη σκηνή.


Αφηγητής: Πρώτα είναι η άνοιξη.

Αυτός ήταν ο τελευταίος χειμώνας. Δεν ξαναήρθε άνοιξη.

Φώς στη σκηνή. Ο αφηγητής στέκεται κάτω απο τους προβολείς.

Αφηγητής: Εδώ είμαστε και πάλι. Είναι η πέμπτη επέτειος της νέας μας αρχής εδώ, κάτω απο το έδαφος.
Περπατά πανω στη σκηνή.
Αφηγητής: Ακόμα δεν ξέρουμε τί συνέβη. Οι διάσπαρτες μαρτυρίες και αστυνομικές καταγραφές, τα μόνα μας στοιχεία. Αλλά ξέρουμε πως υπάρχουμε ακόμη. Μια νέα ζωή, κάτω απο τη νέα 'ζωή'. Υπάρχουμε και θυμόμαστε. Πώς το συμβάν εξαπλώθηκε. Πώς ολόκληρος ο κόσμος άλλαξε για πάντα. Πέτρες, ζώα και άνθρωποι. Οι αέναες κινήσεις του μετάλλου πάνω απο τα κεφάλια μας, αθόρυβα εργαλεία που ξεπετάγονται ακόμα μέρα-νύχτα, διαμορφώνοντας μια νέα πραγματικότητα. Τί να γίνεται στην επιφάνεια;
Στέκεται στο κέντρο της σκηνής με ουδέτερο ύφος.
Αφηγητής: Κάποιοι λένε πως ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος πια για εμάς. Πως οι αόρατοι μηχανισμοί σύντομα θα σημάνουν το οριστικό τέλος μας. Οποιαδήποτε στιγμή, μπορεί να είναι η τελευταία μας.
Δείχνει τυχαία ατομα στο κοινό.

Αφηγητής: Εσείς... Τί πιστεύετε;


Αναμονή απάντησης απο το κοινό.





Καλλιρρόη Αγγελοπούλου/2011