Still

Still

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Βοθρία (mind the gap)


Γτα τον διαγωνισμό με θέμα Αποχέτευση

1.
Eίναι στην είσοδο του πιο τεράστιου εμπορικού καταστήματος που έχει δεί στη ζωή του. Είναι άδειο. Στις μακρόστενες εισόδους είναι κρεμασμένες τεράστιες προσεχώς αφίσες, “Φόβος στο βυθό 2”. Tο έχει δεί κάνα χρόνο πριν, μαλακία ήταν. Την παίρνει απο το χέρι μέχρι το εστιατόριο στην πίσω αίθουσα. Ούτε εκεί είναι κανείς και τον κοιτάει σαν να φταίει.

“Ωραία επιλογή”.

Παλιά φιλενάδα είναι και την έλεγαν Τζίνα. Πολύ ενοχλητική, αλλά ωραίος κώλος. Κάποιος γέρος πετιέται ξαφνικά πίσω απο την κουρτίνα,

“Έπρεπε να μας βλέπατε στα 70ς. Blackxploitation films, ταινίες καταστροφής, είχαμε και ένα ομοίωμα καρχαρία στην είσοδο. Τα παιδιά το λάτρευαν.”

“Τώρα είναι όλα φτιαγμένα σε κομπιούτερ, άχρηστα πράγματα”.

Ο τοίχος πίσω του σηκώνεται αργά για να αποκαλύψει ένα τεράστιο τρόλευ με στοίβες τα χάμπουργκερ και τα αναψυκτικά, σαν αυτά που έπινε παιδί. Δεν προλαβαίνει να πέσει με τα μούτρα και ο γεροσερβιτόρος του γρυλλίζει στο αυτί,

“Συνιστώ το χοιρομέρι με ροδοπέταλα, επίσης θέλω να σκοτώσω τη γυναίκα μου. Είσαι μέσα;”

“Εεε, οκ.”

“Το κάνεις μόνο για να με νευριάσεις.”  Η Tζίνα πάντα νόμιζε πως τα πάντα γυρίζουν γύρω της.

“Είσαι απρόβλεπτος”

“ανοργάνωτος”

“ανεύθυνος”

Ο άλλος του κλείνει το μάτι,

“Αν θες ξεπαστρεύουμε αυτήν πρώτα και μετά την δικιά μου”.

Το σκέφτεται ελάχιστα.

“Είναι μια καλή ιδέα”.

Ένας πράσινος νάνος τους φέρνει τα τσεκούρια και πετσοκόβουν τη μαλακή σάρκα της πριν προλάβει να πει κιχ. Είναι και οι δύο μέσα στα αίματα, που πήγε ο πρασινομικρούλης; Ο σερβιτόρος γελάει κρατώντας το κομμένο της κεφάλι

“Και μετά θα φάμε και τον Κάιλ”


ααααααααααχ



2.
Τίποτα δεν είναι καλύτερο απο την μυρωδιά μιας νάπαλμ μεθανίου το πρωί.

Είναι ακομη καθισμένος στην τουαλέτα και ναί, ήταν έκρηξη, μια έκρηξη σκατού και απόλυτης ευτυχίας. Μια ιδανική σπιτική σύντηξη που αυτή τη στιγμή ταξιδεύει κάπου κάτω απο την 92η οδό, για να συναντηθεί με τις σωληνώσεις στην 102η και να συνεχίσει ως το βωμό που όλα τα σκατά, μεταφορικά και μη, τελικά προσκυνούν. Το εργοστάσιο επεξεργασίας.

Είναι μια απλή διαδικασία.

Μαγνητικά αναβαθμισμένες σωληνώσεις κατευθύνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα νοερά και μη κόπρανα στο εργοστάσιο, όπου παράλληλα με τον βιολογικό καθαρισμό γίνεται και ξεκαρτάρισμα των απορριφθέντων νοητικών εξεργασιών. Φεύγουν απο εκεί καθάρες - Αγάπη, Μίσος, Φθόνος, Κακία, Ηρεμία, Φίλοι, Εχθροί, απελευθερώνονται σαν ιδέες, αποσυνδεδεμένες απο το συναισθηματικό μπέρδεμα που τις έφερε εκεί. Άσπιλες και αμόλυντες σαν νεογέννητα παιδάκια. No harm done. Όσο ανήθικη και αν είναι η εταιρία που πατεντάρισε την Real Dream Toilet (TM), την πρώτη τουαλέτα μαγνητικής απεικόνισης, κανείς δεν θέλει να είναι υπαίτιος για τεράστιους αλιγάτορες με ψυχολογικά προβλήματα στο βάθος των υπονόμων.

Πιάνει μια τεράστια ποσότητα απο το μυρωδάτο χαρτί υγείας. Γαμάτο το τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία σήμερα. Ποιός να φανταζόταν πως θα μπορούσες ποτέ να βγάλεις τόση βρώμα απο τα μέσα σου χωρίς ενοχές, χωρίς τύψεις, μόνο με ένα απλό πάτημα στο καζανάκι; Δεν είναι πάντα ακριβώς έτσι βέβαια.

Δεν μπορούν όλοι να αγοράσουν τοπ ποιότητα, αυθεντικό πράγμα. Υπάρχει εκείνη η ιστορία για τον φίλο ενός γνωστού ενός φίλου, που σηκώθηκε απο την τουαλέτα ένα πρωί έχοντας τραβήξει το καζανάκι σε όλες τις αναμνήσεις της γυναίκας και των παιδιών του. Κινέζικο μοντέλο που τα ‘παιξε την χειρότερη στιγμή. Κάποιου άλλου του χάλασε το φλοτέρ και με μια επιπλέουσα νοητική κουράδα το σπίτι ολόκληρο έμαθε για την γκόμενα που είχε στην δουλειά. Ήταν και η αιτία για τη μανία που είχε πιάσει κάποια φάση όλες τις γυναίκες να παρακολουθούν τους άντρες τους επι το έργο, μπας και πιάσουν κανένα παρόμοιο διαμαντάκι εν ώρα δημιουργίας.

Βγαίνει απο το μπάνιο και φεύγει απο το σπίτι με το μυαλό του καλοκουρδισμένο για δουλειά. Νιώθει πως θα μπορέσει να χαμογελάσει ακόμα και σε κείνο το γλυφτρόνι, τον Κάιλ. Φοβερό πόσο μπορεί να σε ανεβάσει ένα καλό χέσιμο.

Στις οχτώ φεύγει απο το σπίτι. Στις οχτώ και δέκα ακριβώς συναντά την τρύπα.

Ή μάλλον η τρύπα συναντά αυτόν.



3.
Είχε ξεχάσει πως υπάρχει. Είναι διαφορετική απο κόντα, χωρίς την απόσταση της τηλεόρασης. Πιο μεγάλη, πιο απόκοσμη.

Πιο μαύρη.

Εμφανίστηκε απλά ένα πρωί, καταπίνοντας δυό πολυκατοικίες και καμιά δεκαριά αυτοκίνητα και προφανώς εξαπλώνεται. Περιτριγυρίζει στις άκρες της, όσο πιο κοντά μπορεί. Οι σόλες απο τα παπούτσια του τρίζουν πάνω σε τσακισμένα τσιμεντένια κομμάτια και ανήλιαγο χώμα.

Θέλει να πει κάτι, ίσως να φωνάξει βοήθεια, αλλά ποιό το νόημα; Όλος ο κόσμος τριγύρω είναι μαζεμένος σαν να φοβάται να μιλήσει. Γκρίζες φιγούρες με χαρτοφύλακες και κινητά, που κατέβηκαν απο τα εσγιουβι τους όταν ο δρόμος
σταμάτησε. Αντιστέκεται στην παράλογη παρόρμηση να πετάξει μια πέτρα μέσα στο βάραθρο, μέχρι να ακούσει το κλινκ. Ο πάτος είναι τόσο βαθιά, δεν θα αντηχήσει τίποτα.

Σαν εξωγήινες σιλουέτες, οι ειδικοί λοιμωδών κατεύθασαν με σπέσιαλ εξοπλισμούς και ειδικές στολές και αντιασφυξιογόνες μασκες. “Μακριά, μακριά” φωνάζουν στο πλήθος που οπισθοχωρεί. Δεν μυρίζει τίποτα. Όλα φαίνονται λίγο υπερβολικά, δεν υπάρχουν πτώματα, νεκροί, τα σπίτια που υπήρχαν εδώ, οι άνθρωποι, τα αυτοκίνητα, απλά εξαφανίστηκαν, καταβαραθρώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.

Ένα αεράκι πιάνει. Αισθάνεται μπερδεμένος, είδε πράγματι το δρόμο να σχίζεται μπροστά στα μάτια του, τα αμάξια να πέφτουν στο χάος, ή το φαντάστηκε; Δύο τύποι δίπλα του λογομαχούν, μα τώρα βρήκαν να τα πούνε αυτά; Όλοι μοιάζουν σαν να σκέφτονται κάτι πέρα απο αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά τους, τις αναλύσεις με
αισθητηριακούς ανιχνευτές, τα θερμόμετρα που κατεβαίνουν με σχοινιά στο βάραθρο, τις προετοιμασίες για την κάθοδο.

Το αεράκι δυναμώνει και μοιάζει να ρέει γύρω τους ένα αόρατο ποταμίσιο ρεύμα. Σαν κάτι να τους τσίγκλισε και όλοι οι περίεργοι κοιτάζονται για μια στιγμή πριν ξεκινήσουν ξανά στην πορεία τους. Η δικιά του πορεία θα είναι η όπισθεν. Ξέρει τη σίγουρη γιατρειά για να ξεχάσει τρύπες και παρατρύπες. Ένα καλό χέσιμο θα τα διορθώσει όλα. Καθώς σπιντάρει προς το σπίτι προβάροντας ήδη στο μυαλό του την τέλεια δικαιολογία για το αφεντικό,

“μια τρύπα κατάπιε το δρόμο μου”,

“το χάος με σταμάτησε”,

“συνάντησα τις πύλες της κολάσεως”,

ή κάτι τετοιο τελοσπάντων, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί, μισοαστεία, μισοσοβαρά, μήπως είναι εθισμένος. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο. Πολλοί χρήστες παρουσιάζουν την τάση για δύο ή και τρείς επισκέψεις στην τουαλέτα τη μέρα, πάντα με την ελπίδα να πιάσουν εκείνο το φοβερό χάι που έρχεται μια στις τόσες, αλλά κυρίως αν έχεις πολλά απωθημένα και τρώς βαριά, λιπαρά φαγητά.

Προφανώς έχει πολλά απωθημενά γιατί η τάση για αφόδευση του έρχεται φυσικά και δεν έφαγε τίποτα σήμερα. Αυτό θα είναι στεγνό χέσιμο, διανοητικό, αναγνωρίζει την αίσθηση με το που ακουμπάει τα πλαδαρά οπίσθια του στις επισμαλτωμένες μαγνητικές πλάκες.



4.
Το σπίτι είναι όπως το θυμάται, ετοιμόρροπο και φρεσκοασβεστώμενο. Μια βαγία ανεβαίνει καλύπτωντας την είσοδο και τα πουλιά πάνω της τσιρπίζουν χαρούμενα στον ήλιο. Σύννεφα κυνηγιούνται στον ουρανό. Η μάνα του πλέκει, καθισμένη στην αγαπημένη της κουνιστή πολυθρόνα. Την πλησιάζει με αργό βήμα και τα χέρια του πίσω απο την πλάτη.

“Μοιάζεις με τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας, το ξέρεις;”

“Γιαγιά να πείς τη μάνα σου... εννοώ... να προσέχεις τα λόγια σου κωλόπαιδο.”

Πλησιάζει κι άλλο σιγά σιγά, ενώ ξεθηκώνει το χαντζάρι του.

“Το παίρνω πίσω, η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας ήταν πολύ πιο γλυκιά.”

“Τί θες να πείς, δηλαδή, πως εγώ δεν είμαι;”

Τραβάει μια τζούρα απο το κόκκινο μαλμπορό της και ξεκινά όπως πάντα,

“τί θες εσυ εδώ”,

“θυμηθηκες πως υπάρχω επιτέλους;”

“να χαθείς και χάνεσαι”

“και τί είχες σκοπό να κάνεις με αυτό στην ίδια σου τη μάνα βρεε;”

Τη βλέπει που κραδαίνει το χαντζάρι, τα δικά του χέρια μυστηριωδώς άδεια,

“Μα πώς...”

Ένας πράσινος νάνος πετάγεται σαν πορδή πίσω απο την κουνιστή και του βγάζει τη γλώσσα. Η γριά είναι απτόητη καθώς τα πουλιά συνεχίζουν το τιτίβισμα,

¨Θα χαράκωνες την άμοιρη τη μάνα σου πουτάνας γέννημα... εννοώ... κωλόπαιδο.”

“Μαμά, ηρέμησε και θα σου εξηγήσω”,

“Αχρηστο τομάρι, κοίτα να δεις πως γίνονται οι σωστές δουλειές”

Σηκώνεται απο την κουνιστή σαν να είχε ελατήρια και το σεμενεδάκι της πεταγεται στον αέρα. Κρατάει ένα φορητό αυτόματο οπλοπολυβόλο και το γυρνάει στη μούρη του πιο ευθύβολα απ’ ότι θα ήλπιζε.

“Μπουμ.”

Το σεμενεδάκι πέφτει αργά μπροστά στα πόδια του.

Η μάνα του χαμογελάει ξεδοντιάρικα

και πυροβολεί πραγματικά.


Σηκώνεται απο το χειρότερο χέσιμο της ζωής του λουσμένος στον ιδρώτα. Άλλη μια τέτοια εμπειρία και θα αναγκαστεί να ξαναβάλει πάνες. Τσεκάρει τις πλάκες, τους φορτιστές, τα πηνία και τα κυκλώματα. Όλα μπορεί να φαίνονται ένταξει, αλλά κάτι φταίει και καλά θα κάνει να αποφύγει το μπάνιο μέχρι να το ελέγξει κάποιος ειδικός. Αφήνει επείγον μήνυμα στον τηλεφωνητή της εταιρίας και γυρίζει στο παλιό,
δοκιμασμένο ναρκωτικό.

Ανοίγει την τηλεόραση.



5.
‘Οπως φαίνεται δεν θα χρειαστεί καμιά δικαιολογία για τη δουλειά σήμερα.

Όλοι έχουν παρόμοιες κακές εμπειρίες στην τουαλέτα, ενώ τρύπες ανοίγουν παντού. Οι επιστήμονες αποφάνθηκαν, οι σωλήνες κάτω απο τις πόλεις εχουν διαρροες, μικρές διαρροές που με το χρόνο και τις νέες τεχνολογίες, διαβρώθηκαν γρήγορα, αφήνοντας ένα ρυάκι αποβλήτων να γίνει χείμαρρος, ποτάμια σκατών κάτω απο τα πόδια τους. Είναι κλασσική περίπτωση βλάβης, ένα τυπικό “πάιπ ίνσιντεντ”, λέει κάποιος καραφλός με στόμφο. Συνέβαινε και παλιά, αλλά τώρα απελευθερώνονται περισσότερα απο τις γνωστές ανθρώπινες βρωμίλες.

Τρύπες.

Βοθρία.

Βόθροι.

Γιγαντιαίοι ανοιχτοί απόπατοι.

“Ομαδικοί τάφοι”, σκέφτεται δυνατά, αναρριγώντας.

Να πεθαίνεις με αυτά που ήθελες να πεθάνουν, να χαθούν για πάντα.

Θυμάται τους υπαλλήλους των λοιμωδών, τί να απέγιναν; Όλες εκείνες οι προφυλάξεις, αλλά πώς να προφυλαχτείς απο τη μαυρίλα που απελευθερώνεται σιγά σιγά στον αιθέρα; Οι φάτσες στην οθόνη συνεχίζουν την ανάλυση, “η γη ολοκληρη εχασε δύο μιλισεκ απο την περιστροφη της, οι διαρροες προκαλεσαν παγκόσμιο φαινόμενο διαταραχης μαγνητικου συντονισμου.” Μιλάνε για εκκενώσεις σπιτιών και αγχώνεται. Το δικό του κινδυνεύει σίγουρα, η πρωινή τρύπα είναι τόσο κοντά.

Τώρα ο πρωθύπουργος μιλάει στην τιβί. Ανεβάζει την ένταση με τρεμάμενα δάχτυλα.

“δεν προκάμαμε”

“αδύνατη η επισκευή”

“μην πλησιάζετε τις τρύπες”

“μην χρησιμοποιείτε τις τουαλέτες για όσο μεγαλύτερο διάστημα μπορείτε”

“τρώτε ελαφρά”

και τέλος,

“μετακινήσεις πληθυσμών σύντομα”

Όπως πάντα λύση βρέθηκε, όπως συμβαίνει πάντα όσο και να τα σκατώσει (no pun intended) η ανθρωπότητα, υπάρχει ελπίδα. Σε λίγο θα κυκλοφορεις έξω και δεν θα ξερεις αν ό,τι είδες συνέβη, ή ήταν κάποιο χεσμένο νοητικό πλέγμα. Γή και ουρανός όλου του πλανήτη θα είναι γεμάτα άχρηστα πράγματα και σκέψεις, τοξικό νέφος πεταμένων συναισθημάτων που θα καλύπτει χοντρές κουράδες. Έτσι απλά, όλοι φεύγουν, μετοικίζουν, μεταναστεύουν σε δίες, αφροδίτες και γανυμήδες.

Και αυτός μαζί τους. Χέστα όλα, πάμε για άλλα. Μήπως να πάρει τηλέφωνο τη μάνα του;

Μπα.

Μαζεύει γρήγορα τα πράγματα που θα πάρει μαζί, είναι πιο δύσκολο απ’ όσο νόμιζε και ακόμα δεν ξέρει πως να συσκευάσει τον καναπέ, όταν ακούει το βουητό. Μοιάζει με σεισμό.

Μια τρύπα ανοίγει, αλλά απο εκεί που δεν την περιμένει, σαν να χτύπησε ωστικό κύμα και κομμάτια απο την οροφή έφυγαν, τα ξύλα, κοίτα πως ανοίγουν. Αφήνουν το φώς του ηλίου εκτυφλωτικά αφύσικο πάνω στους καναπέδες, στα αντικέ τραπεζάκια. Φώς παντού.

Ένα υπόκωφο γκλουκ γκλουκ ακούγεται, μια εγκλωβισμένη υγρή μάζα, ένα υπόγειο ρεύμα κατευθύνεται αναπόφευκτα προς την επιφάνεια. Ανεβαίνει στο τραπεζάκι που είχε βρεί κοψοχρονιά στο παζάρι, ένα καλοδιατηρημένο μαονένιο κομψοτέχνημα.

Το ρήγμα ξεκινά κάθετα στο δάπεδο της σαλονοτραπεζαρίας και για μια στιγμή εκεί μέσα στον ορυμαγδό, καθώς η μαυρίλα και η βρωμίλα έτρωγαν τον αρτ νουβό διάκοσμο, καθώς παραδιδόταν θολωμένη η κρυστάλλινη φαγιέζ που αγόρασε απο το Μαρόκο στη δίνη μπόχας που ξεπετάχτηκε γύρω του, όλα φαίνονταν σαν εφιάλτης. Τώρα θα ξυπνήσει και θα είναι το χειρότερο χέσιμο της ζωής του, αυτό θα είναι, απλά ένα κακό χέσιμο και όλα θα πάνε καλά, όλα θα είναι όπως τα θυμόταν.

Η γή ανοίγει κάτω απο τα πόδια του και πέφτει πέφτει πέφτει...

Πέφτει και οι αναμνήσεις είναι ανένδοτες, τον πιέζουν απο τα μέσα του σαν να μαίνεται κυκλώνας στα σωθικά του. Σκέφτεται τη μάνα του, τη Τζίνα να τον κοιτάνε γελώντας, τον πράσινο κοντοστούπη που χοροπηδάει χαρούμενος , ακόμα και τη φάτσα του μαλάκα του Κάιλ, σίγουρα το τελευταίο πρόσωπο που θα ήθελε στο μυαλό του τώρα που πεθαινει. Όλοι τους μάλλον ήδη νεκροί, αλλά τους είχε σκοτώσει πολύ πριν, τόσες φορές, πόσα τέλεια ονειροχεσίματα. Χριστέ μου, ας μην πεθάνει με τις κατηγορητικές, περιγελαστικές μούρες τους κολλημένες στη μνήμη του, ας σκεφτεί κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό, οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο.

Ευτυχώς όταν φτάνει και πριν τον κατακλύσει η ανυπέρβλητη αιθερική και πολύ πραγματική παχύρρευστη ροή, δεν μπορεί παρά να σκεφτεί ενα και μόνο ένα πράγμα.


Σκατά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου