Still

Still

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

the meating


το σπίτι και ο Τζέημς

Είναι ένα παλιό σπίτι, τουλάχιστον τριακοσίων χρόνων. Όλο ξύλο και τούβλο όπως τα έφτιαχναν τότε, επιβλητικά και εύφλεκτα. Και ευένδωτα στην δύναμη του χρόνου. Ένας εκκωφαντικός ήχος ακολουθεί τα πουλιά καθώς τριγυρίζουν στα τεράστια δέντρα που καλύπτουν τη ρημαγμένη του πρόσοψη. Όλα είναι βουτηγμένα στο πράσινο σαν να ξεχείλισε η φύση για να καλύψει κάθε δείγμα ανθρώπινης παρουσίας, την βεράντα απο σκούρο ξύλο φλαμουριάς, τα παράθυρα περιτριγυρισμένα απο περίτεχνα σχεδιασμένα χαλκόχυτα μπαλκόνια, ακόμα και την κεντρική πόρτα-υπόδειγμα αποικιακής αρχιτεκτονικής. Άρτια τοποθετημένο στο κέντρο της παλιάς πόλης, είναι το όνειρο κάθε κλασσικιστή βουτηγμένο στο χόρτο και το άνθος.

Αλλά όλα αυτά δεν ενδιαφέρουν τον άνθρωπο που κοιτάει τώρα το σπίτι απο την απέναντι μεριά του δρομού. Είναι γείτονας του εδώ και τριάντα χρόνια αλλά πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό ενδιαφέρεται για ό,τι συμβαίνει εκεί. Γιατί τώρα εργάτες μεταφέρουν καθημερινά αντικείμενα, καθαριζούν, επιδιορθώνουν, ανακαινίζουν, μια πολύβουη αποκία ανθρωπο-μυρμηγκιών, δεν φαίνεται να έχουν σταματήσει εδώ και μια εβδομάδα. Ποιός και γιατί; Ο τελευταίος άνθρωπος που έμεινε στο σπίτι έφυγε πολύ καιρό πριν, κανείς δεν τον έχει δει απο τότε. Και ο Τζέημς ξέρει γιατί δεν θα γύριζε ποτέ εδώ. Αλλά αν δεν είναι εκείνος τότε ποιός; 'Εχει ήδη χάσει πολύ χρόνο απο την δουλειά του, κρυφοκοιτώντας απο το παράθυρο της κουζίνας και μάγειρες και σερβιτόροι βρήκαν ευκαιρία, πότε για τουαλέτα, πότε για τσιγάρο να κωλοβαρέσουν πάλι. Τρείς πελάτες έχουν ήδη επιστρέψει τα πιάτα τους. Ρίχνει μια τελεύταια ματιά έξω απο το παράθυρο, αποφασισμένος να επιστρέψει στην καθημερινότητα του, αλλά αυτό που βλέπει τον αφήνει με το στόμα ανοιχτό.

Τα ανθρωπομυρμήγκια τώρα μεταφέρουν καινούργια και απαστράπτοντα κομμάτια πάγκων, δυό τεράστιες κουζίνες, άπειρα μαγειρικά σκεύη μέσα απο την κεντρική είσοδο και με απώτερο προορισμό σίγουρα εκείνη την τεράστια αίθουσα πίσω απο τη σάλα.

Όλες οι άλλες σκέψεις φεύγουν απο το μυαλό του, δεν μπορεί, αλλά είναι αυτός.

Και είναι ξανά εδώ.



αναμνήσεις

Δυό παιδιά παίζουν στο δρόμο, κραδαίνοντας κουτάλες απο τις κουζίνες των μαμάδων τους, το ένα κυνηγάει το άλλο. Κάθε φορά που τα σώματα τους συναντιούνται ξιφομαχούν με απιστεύτη λύσσα.
“ο μπαμπάς μου είναι καλύτερος”
“όχι, ο δικός μου”
“πάρτο πίσω”
“εσύ πάρτο πίσω”

Aν τους ρώταγες σήμερα, είναι σίγουρο πως έχουν ξεχάσει την πρώτη αυτή φορά που βρέθηκαν αντιμέτωποι.

Ο γέρος ζητιάνος που κοιμάται στο πάρκο δυό τετράγωνα πιο πέρα θυμάται τη σκήνη σαν να ήταν χθές. Κατέληξαν και οι δυό άγρια μελανιασμένοι, σαν μικρά βατόμουρα. Ισόπαλοι, αντίθετα με τους πατεράδες τους.



Το βιβλίο και ο Μάρτιν


Πάντα ήξερε πως θα επέστρεφε στο παλιό του σπίτι τελικά, κάπου κρυμμένο στο μυαλό του το είχε πάντα σαν μια λύση εκτάκτου ανάγκης, σε περίπτωση που τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Σίγουρα πάντως, κανείς δεν περίμενε τέτοια θριαμβευτική επανεγκατάσταση. Ούτε και ο ίδιος.

Ο Μάρτιν χαιδεύει το βιβλίο. Είναι δερματόδετο και φαίνεται έτοιμο να διαλυθεί. Τόσο καιρό χαμένο και τώρα επιτέλους στα χέρια του. Όταν πέθαινε ο πατέρας του, αυτό ζητούσε στο κρεβάτι του πόνου, το φώναζε σαν να ήταν άνθρωπος και θα έβγαζε πόδια να έρθει να τον βρεί. Το βιβλίο δεν περπάτησε φυσικά, παρέμεινε κλεισμένο στο ντουλάπι της μητέρας του, εκεί που το είχε κρύψει τα τελεύταια χρόνια που ο πατέρας του είχε αρχίσει να τα χάνει. Και εκεί ήταν και μετά το θανατό της για πολύ καιρό, μέχρι που, σε μια ύστατη προσπάθεια να βγάλει κανένα φράγκο απο τον παλαιοπώλη, ο Μάρτιν τράνταξε το παλιό σεκρετέρ λίγο παραπάνω και το βιβλίο πετάχτηκε μπροστά στα πόδια του.

'Ηταν γραφτό να το βρει και να το διαβάσει. Παιδικές μνήμες και τραύματα, ένα εκατομμύριο θολές αναμνήσεις απο τα βάθη του μυαλού του επανεστιάστηκαν και επιτέλους, επεξηγήθηκαν. Ίσως θα έπρεπε να το είχε υποψιαστει νωρίτερα, αλλά μερικές φορές η αλήθεια είναι πιο απίστευτη απο κάθε φαντασία.

Δεν ήταν δύσκολο να αποφασίσει τί θα έκανε στη συνέχεια, τόσες αποτυχημένες προσπάθειες και ακόμα νιώθει την ανάγκη να ανοίξει την δική του επιχείρηση -καφετέρια, φαστφουντάδικο, μπακάλικο, ό,τι και να διάλεγε  θα είχε την ίδια προδιαγεγραμμένη λαμπρή πορεία. Βαθιά μέσα του όμως, πάντα ήξερε πως θα άνοιγε εστιατόριο. Του άρεσε η ιδέα απο παιδί, η μαγειρική είναι της μόδας πάλι και το σπίτι είναι στο τέλειο σημείο.

Και ξέρει πόσο η επιλογή του θα νευριάσει εκείνον.



blow up

Κλεισμένος στο δωμάτιο του πάνω απο το μαγαζί, ο Τζέημς νιώθει πως θα σκάσει. Είναι τόσο θυμωμένος που τα χέρια του τρέμουν σαν να έχει πάρκινσον. Έχει ακούσει την έκφραση τρέμω απο τα νεύρα μου, αλλά πρώτη φορά καταλαβαίνει το νόημα της. Προσπαθεί να εστιάσει στην ανοιχτή παλάμη μπροστά του, να την αναγκάσει να σταματήσει να κουνιέται, να τρέμει σαν να έχει πυρετό. Είναι περίεργο αλλά νιώθει ζεστός, η θερμοκρασία έξω είναι ανοιξιάτικη αλλα στο δωμάτιο του στάλες καυτής υγρασίας αρχίζουν να κατρακυλάνε απο το ταβάνι.

Η έκρηξη τον βρίσκει απροετοίμαστο.

Μόλις ανοίγει τα μάτια του αντικρίζει το χάος γύρω του και χιλιάδες μικρές κρυσταλλικές βελόνες  να πετάγονται σε ακαθόριστες κατευθύνσεις απο κάθε τοίχο. Νιώθει σαν να βρίσκεται στο κρυσφήγετο του σούπερμαν, αγγίζει μια απο τις σκληρές απολήξεις και ρουφάει το αίμα απο την πληγή που άνοιξε. Κοφτερές. Σε τι θερμοκρασία έφτασε το δωμάτιο του  για να προλάβει να κρυσταλλοποιηθεί έτσι η υγρασία? Το πώς, εντυπωσιακά, δεν τον απασχολεί και τόσο, τουλάχιστον όχι άμεσα. Σαν όνειρο θυμάται μια άλλη φορά όταν ο πατέρας του κατέστρεψε με ένα μεγάλο μπουμ το μισό απο το πυρηνικό καταφύγιο τους. Ήταν εκεί μια ολόκληρη νύχτα μετά απο το διαζύγιο και είχε πιει πολυ. Οι γείτονες κρυφοψιθύριζαν για απόπειρα αυτοκτονίας με γκάζι, αλλά ο Τζέημς είχε δει τον πατέρα του να τρέμει απο τον θυμό του πριν κλειστεί μόνος του και το ήρεμο χαμόγελο του μετά, καθώς αναδυόταν απο τα ερείπια. Τώρα που το σκέφτεται και αυτός αισθάνεται καλύτερα τώρα.

Τα χέρια του δεν τρέμουν πια.



The meating


Είναι περίεργο για ιδιοκτήτες αντίπαλων εστιατορίων, αλλά η πρώτη συνάντηση μετά απ'ότι μοιάζει για αιώνες συμβαίνει σε ένα φαστφουντάδικο λίγο έξω απο την πόλη. Φορούν μαύρα γυαλιά και καπαρντίνες, παραλίγο να μην γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
“Πάντα σου άρεσε το junk food”
“Πότε, όταν ήμουν δέκα”;
Κάθονται μαζί και τρώνε τα χάμπουργκερ τους. Και οι δύο θυμούνται τώρα, τηλεκίνηση σε πυρηνικά καταφύγια, σατανικές τελετές με αρχαία βιβλία, ψυχικές δυνάμεις εναντίον δαιμόνων καθώς ο υπόλοιπος κόσμος κούρευε το γκαζόν του και έβλεπε Νίξον εναντίον Κέννεντι στην τηλεόραση. 'Ολα απομεινάρια της τρέλλας μιας άλλης εποχής και αυτοί οι απογόνοι της.
“έχεις ακόμα το γελοίο καταφύγιο”;
“μιλάς εσύ που μένεις στο σπίτι του Δράκουλα”.
Σχεδόν ταυτόχρονα περιχύνουν τις πατάτες τους, ο ένας με κέτσαπ, ο άλλος με μουστάρδα,
'”ποτέ δεν κατάφερες τίποτα”
“ότι κατάφερες το κατάφερες με τη βοήθεια του μπαμπά σου”
'Ενας επίμονος ζητιάνος φωνάζει κάτι απο την άλλη μεριά του τζαμιού, δεν μπορούν να τον ακούσουν, τα χείλη του κινούνται προσπαθώντας να μεταδώσουν κάποιο επείγον μήνυμα, αλλα αυτοι συνεχίζουν τρωγοντας,
“τα κουστούμια σου ειναι γελοία”
“μιλάει ο άνθρωπος με τις τρύπες στο τζιν”
Σκουπίζουν τα χείλη τους απο το λίπος και σηκώνονται, αναχωρώντας για αντίθετες κατευθύνσεις ενώ ο ζητιάνος συνεχίζει να ωρύεται

Κοιμούνται με την ίδια σκέψη. Πρέπει να τον καταστρέψω.



ο Tζέημς, ο Μάρτιν και ο σεφ

Την πρώτη ευκαιρία  την έχει ο Τζέημς.
Δεν είναι οτι ήθελε να κρυφακούσει, απλά είχε μείνει αργά στη δουλειά και τα εστιατόρια είναι τόσο κοντά το ένα στο άλλο... καλά, εντάξει, ήθελε να κρυφακούσει. Είχε δει τα φώτα απέναντι και σύρθηκε όσο πιο κοντά μπορούσε χωρίς να γίνει ορατος. Ο Μάρτιν λογομαχεί με τον μάγειρα του, έναν ιδρωμένο κοντόχοντρο τύπο. Λογομαχεί είναι μάλλον υπερβολικό, στην πραγματικότητα ο Μάρτιν φωνάζει και ο άλλος προσπαθεί να ψελίσσει κάτι μέσα απο τα δόντια του. Κάτι σαν “άσε με να προσπαθήσω τουλάχιστον, θα διαφημιστεί και το μαγαζί, δεν κάνω τίποτα κακό”. Τώρα εκλιπαρεί. “Μια φορά, μόνο μία και αν αποτύχω δεν θα ξαναπάω”.
Ο άλλος απαντά θυμωμένα. “Κάθε φορά που φεύγεις απο την κουζίνα ρισκάρεις να σε καταλάβουν. Φαντάζεσαι την αντίδραση της παρουσιάστριας αν σου πεταχτεί κανένα κέρατο στα γυρίσματα”? Τον πλησιάζει απειλητικά, “καλά θα κάνεις να μην ξεχνάς ποιός σε διατάζει, σεφ”.

Ο Τζέημς παρακολουθεί κάθως ο Μάρτιν αποχωρεί και ο μάγειρας μένει μόνος του.
Θυμάται ακομη την πίσω είσοδο για την κουζίνα που περνάει μέσα απο το υπόγειο. Η πόρτα είναι κλειστή, αλλά υποχωρεί με ελάχιστη αυτοσυγκέντρωση. Με το που μπαίνει μέσα μυρίζει θυμίαμα. Και θυμάται, τα παιδικά του χρόνια και την έντονη μυρωδιά που συνόδευε τις επισκέψεις του πατέρα του στο δικό τους υπόγειο, τότε, πριν αποφασίσει να αρκεστεί στην ψυχοκινητική και εξερεύνουσε τα μονοπάτια που είχε ακολουθήσει ο γείτονας. Ανεβαίνει τη σκάλα και όπως ακριβώς ξέρει, εκεί είναι η κουζίνα. Παρακολουθεί για λίγο το μάγειρα και τις κοφτές κινήσεις του.
“Γιατι τον αφήνεις να σου μιλάει έτσι; Εγώ δεν θα συμπεριφερόμουν ποτέ έτσι σε υπάλληλο μου. Σκέφτηκες ποτέ να δουλέψεις για κάποιον άλλον”;
Ο σεφ γυρίζει απότομα και η πλαδαρή κοιλιά του ακολουθεί σε δευτερόλεπτα,
“Δεν είναι δυνατόν, απλά δεν γίνεται” απαντά ανήσυχα, με την κουτάλα ακόμη στο χέρι.
“Τί; Είσαι παράνομος μετανάστης, του χρωστάς λεφτά; Αυτά διορθωνόνται”.
Ο μάγειρας κουνάει το κεφάλι αρνητικά. Υπάρχει κάτι επάνω του, μια αίσθηση που ο Μάρτιν εχει ξανανιώσει. Πλησιάζει και τον μυρίζει. Όπως το φαντάστηκε. Ένας απλός δαιμόνας.
“Δεν είμαι ακριβώς απλός, καταρχήν διαβάζω σκέψεις”
“Μη μου κάνεις τον έξυπνο γιατί θα σε ανατινάξω εδώ που στέκεσαι”
“Επίσης μου αρέσει πραγματικά η μαγειρική. Μπορείς να πεις οτι ήταν το χόμπι μου εκεί που ήμουν πριν με καλέσει το αφεντικό”
Ο Τζεημς δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί πως έχει καταλήξει η κόλαση αυτές τις μέρες αν ένας δαίμονας μπορεί να έχει τοσο συμβατικά χόμπι. Τί απέγιναν τα παλουκώματα;
Αποστρέφει την σκέψη του απο τόσο επικίνδυνα φιλοσοφικά μονοπάτια και κοιτάει τη χύτρα που βράζει.
“Τί μαγειρεύεις”; Μυρίζει ωραία αλλά δεν το ομολογεί. Πιάνει μια γουλιά με την κουτάλα, “μη, θα μου χαλάσεις τη σάλτσα”, υπάρχει πραγματική αγωνία στη φωνή του δαιμονοσέφ. Νιώθει τη γλώσσα του να μουδιάζει απο την κάψα, είναι πραγματικά καυτερό, καυτερότερο απ'ό,τι έχει δοκιμάσει ποτέ στη ζωή του. Ο άλλος διαβάζει την απορία του. “Είναι η καψακαίνη που εκτοξεύουν τα σκαθάρια απο τα πόδια τους, τέλειος αμυντικός μηχανισμός. Μόνο πρόσεξε μην αγγίξει τα μάτια σου, θα πεθάνεις στον πόνο”. Μόλις τώρα καταλαβαίνει τι είναι αυτό που ψιλοκόβεται με μανιώδεις ρυθμούς στον πάγκο, τεράστια καφέ σκαθάρια απογυμνώνονται απο τα κελύφη τους μέχρι να απομονωθεί ο αδένας τους και να πεταχτεί με μια γρήγορη κίνηση στα περιεχόμενα της χύτρας. Γλυφεί τα δάχτυλα του. Πάντως είναι νοστιμότατο.

Ήδη φαντάζεται το ύφος των υγειονομικών όταν μάθουν τι ακριβώς μαγειρεύεται εδώ, βγαίνει απο την κουζίνα και αγγίζει το πόμολο της εξώπορτας.
'Ισως να είναι πιο εύκολο να διώξει τον Μάρτιν απ' ότι φαντάστηκε.

“Όχι”. Ο Μάρτιν στέκεται πίσω του, βλοσυρός και με τα χέρια σταυρωμένα. Η πόρτα κλειδώνει μπροστά στα μάτια του.
Ο Τζέημς συγκεντρώνει την θέληση του και “ναι”, η πόρτα ξεκλειδώνει αργά. “Όχι”, κλειδώνει. “Ναί”, ξεκλειδώνει.

όχι, ναι, οχι...
Μαλλον θα είναι δύσκολο τελικά.

Ισοδύναμοι και αποφασισμένοι να μην υποχωρήσουν, είναι μια μάχη Τιτάνων. Ο ιδρώτας τρέχει απο το πρόσωπο τους, το κλειδί κάνει ένα ενοχλητικό σκριτσάρισμα απο το πολύ γύρισμα-ξεγύρισμα, η μάχη θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα αλλά,
“μπορούμε να πάμε τουαλέτα τουλάχιστον”; Δεν έχει σημασια ποιος μιλάει γιατί και ο άλλος εκπνέει ανακουφισμένος, “εντάξει”. Μετά ένα μικρό διαλείμμα ορκίζονται πως θα πάνε για ύπνο χωρίς να ομολογήσουν τίποτε απο τα συμβάντα σε κανένα.
Ευτυχώς γιατι κουτουλάνε.



ο σεφ - ιντερλούδιο

Ναί, το όλο σκηνικό ήταν όσο γελοίο ακούγεται.

Έτσι πιστεύει ο σεφ που παρακολουθούσε με το τρίτο ματι τα τεκταινόμενα, κάθως διάλεγε με παχιά δάχτυλα τις ντομάτες για την σαλάτα. Αν δεν ήταν τόσο δυνατοί θα τους ξέσκιζε και τους δύο σε χίλια κομμάτια με τα δόντια του, ή ίσως να τους τεμάχιζε σε φέτες με τα (πραγματικά) νύχια του για να τους ενσωματώσει σε κάποιο νέο εξωτικό πιάτο. Πατέ ηλ-ιθίων. Τώρα ψιλοκόβει τις ντομάτες. Έχει μια φοβερή ιδέα να χρησιμοποιήσει κολίανδρο και κάρδαμο στη χωριάτικη. Θα δώσουν ένταση στη γεύση.



ο Μάρτιν και η παγίδα

Μπορεί να την γλίτωσε απο την υγειονομική για τώρα, αλλά ο Μάρτιν είναι σίγουρος πως ο Τζέημς θα προσπαθήσει να του την φέρει ξανά, σύντομα. Πρέπει να περάσει στην αντεπίθεση πιο γρήγορα απ'ότι φανταζόταν. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει και το πρόβλημα του σεφ του να σκεφτεί. Αυτό του έλειπε, ένας δαίμονας με φαντασιώσεις για τηλεοπτικά σόου μαγειρικής. Τουλάχιστον το μαγαζί πάει καλά. Μπορεί να είναι κάπως ...ιδιόρυθμος, αλλά είναι εξαιρετικός μαγειρας.

Βγαίνει απο το σπίτι με το βιβλίο του. Ο ζητιάνος που φαίνεται να έχει εγκατασταθεί μόνιμα στη γωνιά των εστιατορίων τους όλο σκούζει – τώρα λέει κάτι για ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, του κόσμου ΣΟΥ και το δάχτυλο του φαίνεται να ακολουθεί τον Μάρτιν. Μα που τον βρίσκουν όλοι οι τρελοί;

Παρακολουθεί απο το παράθυρο τον Τζέημς καθώς φωνάζει στους σερβιτόρους, καθώς κατεβαίνει στο υπόγειο για να μπεί τελικά στον γιγαντιαίο ψύκτη ψάχνοντας “φρέσκα” φασολάκια. Το καθίκι, σκέφτεται θυμωμένος. Μα είναι δυνατόν να σερβίρει κατεψυγμένα λαχανικά και να λέει πως έχει το καλύτερο εστιατόριο; Εν βρασμώ μαγειρικής ψυχής αποφασίζει να τον εγκλωβίσει στο ψυγείο με το δυνατότερο ξόρκι που βρίσκει, ρίχνωντας παράλληλα και μια κατάρα επιλεκτικής κώφωσης στους εργαζομένους - κανείς δεν θα τον ακούσει πριν παγώσει σαν τα φασολάκια του.

Επιστρέφει χαρούμενος στο εστιατόριο του. Ρίχνει και ενα χαμόγελο στον σεφ που του ανταποδίδει διστακτικά. Δοκιμάζει την χορτόσουπα με όρεξη, του θυμίζει αυτή της μητέρας του, αλλά κάτι λείπει... “Έχουμε καθόλου κατεψυγμέναααα”” και αυτά είναι όσα πρόλαβε να πει πριν ρουφηχτεί απο τη θέση του και ξεβραστεί σε δευτερόλεπτα με τα πόδια πάνω απο το κεφάλι στο ψυγείο του γείτονα.
“Πώς ήταν το ταξίδι”; Ο Τζέημς κάθεται στο πάτωμα με μια τεράστια μελανιά στο μέτωπο.
Ο Μάρτιν σουλουπώνεται και τον πλησιάζει, “η αίσθηση χιούμορ σου είναι όπως πάντα ανύπαρκτη”. Στέκεται απέναντι του σε μια λογική απόσταση, γιατί δεν έχει τα ξόρκια του μαζί.
“Όταν η πόρτα δεν άνοιξε στην τρίτη προσπάθεια άρχισα να υποψιάζομαι τι συμβαίνει. Οι δυνάμεις μου δεν μπορούν να ανοίξουν την πόρτα, οι φωνές μου δεν ακούγονται. Τί είναι, ξόρκι απόκρυψης”;
“Περίπου”. Ο Μάρτιν έχει πολλούς τέτοιους άσσους στο μανίκι του, δεν θα τους αποκαλύψει όλους. Αν και δεν περίμενε να την πατήσει έτσι, καλά να πάθει για να ξεχάσει να προστατεύσει τον εαυτό του απο την επίθεση. Αλλάζει θέμα, “τί  έπαθε το κεφάλι σου”; Ο άλλος φαίνεται ντροπιασμένος. Του ομολογεί πως, μιας δεν έχει γνωρίσει το πλήρες εύρος των δυνάμεων του ακόμη, αναρωτήθηκε μήπως μπορεί να περάσει μέσα απο τον τοίχο. Μετά απο ένα γερό κουτούλημα αποφάσισε πως η απάντηση είναι όχι.

Το χτύπημα στο κεφάλι δεν φαίνεται να τον επηρέασε αρκετά για να μην σηκωθεί και με αστραπιαία ταχύτητα δώσει το έναυσμα για μάχη χτυπώντας τον αντίπαλο του με μια πέτρα στο δόξα πατρί. 'Οχι δεν είναι πέτρα, είναι κατεψυγμένη ...τρούφα; Το καθίκι.  Ο Μάρτιν ανταποδίδει τραβώντας τον απο τα μαλλιά (όχι μαλλιοτράβηγμα ακριβώς, αυτό θα ήταν κοριτσίστικο). Αν είχαν τσεκούρια ή μαχαίρια θα τα χρησιμοποιούσαν, αλλά για τώρα αρκούνται σε εφορμήσεις με αδέξιες γροθιές. Καταλήγουν ο ένας στρίβωντας το αυτι του άλλου, οι λοβοί τους κατακόκκινοι και πρησμένοι.

“άου”
“άουάουάου”

Μένουν έτσι μέχρι να αρχίσουν να παγώνουν τα δάχτυλα τους. Και όταν η μαγική επίδραση στο προσωπικό του εστιατορίου τελειώσει, θα τους βρούν σφιχταγκαλιασμένους να τουρτουρίζουν, τα χνώτα τους παγωμένες δροσοσταλίδες τριγύρω. Θα χουχουλιάσουν τα μπλαβινισμένα τους χέρια και θα πάνε σπίτια τους, αφού συμφωνήσουν πρώτα σε κάτι. Δεν μπόρουν να συνεχίσουν έτσι για πάντα, αυτή η αντιπαράθεση πρέπει να τελειώνει.
Τώρα.



ο σεφ και η ιδέα

Ο σεφ τους εξηγεί την ιδέα καθώς τεμαχίζει τα αυγά. Υπάρχει ένας τρόπος να το διευθετήσουν, λέει. “Ποιός είναι ο δυνατότερος, ποιός θα μείνει στην περιοχή. Ποιός θα νικήσει”. Σκύβει μπροστά στον αναμμένο φούρνο και η φλόγα του δίνει μια όντως δαιμονική όψη καθώς τους εξηγεί. Ένα αρχέγονο κάλεσμα και “ο καθένας θα σέρνει, θα τον σέρνουν όλοι αυτοί που προηγήθηκαν, οι δυνάμεις δυο γενεών, οι αναμνήσεις σας, δύο ολόκληροι κόσμοι”. Δεν μοιάζει καθόλου με την μονομαχία των πατεράδων τους, είναι πολύ περισσότερο. Μια πανάρχαια τεχνική, ένα κάλεσμα όλων των προγόνων για να παλέψουν εκεί, αιώνες και αιώνες ιστορίας σε μια και μόνη τελική μάχη. “Μέχρι θανάτου”.

Ακούγεται μεγαλειώδες.
Και οι δύο χαμογελούν αβίαστα.



τελική μάχη

Κάθονται αντικριστά, καθώς ο δαίμονας ξεκινά το τυπικό.

Οι δυνάμεις είναι τεράστιες, χτυπούν και τους δυο ταυτόχρονα και αλύπητα, μια τεράστια λάμψη καλύπτει τη διαδικασία αλλά είναι φανερό πως κάτι τρομακτικό εκτυλίσσεται αναμέσα στους καπνούς και τα φώτα.

Ο αχνός καταλαγιάζει και τώρα, στη θεση του Τζέημς και του Μάρτιν υπάρχουν δυο στρογγυλά πραγματάκια, σαν παραγεμισμένα ούμπα-λούμπα. Δυο μικρά μωβ μπαλονάκια, κάτι λένε και πάλι, χιλιάδες φωνούλες μαλλώνουν ακόμα και τώρα. Το ένα πάει να πιάσει το άλλο μα καταλήγουν μισοαιωρούμενα κάθε φορά που προσπαθούν να περπατήσουν, σαν διστακτικοί μετεωρίτες. Ένα γαμψό νύχι αγγίζει ελαφρά τα δύο μικρά, συμπυκνωμένα ανθρώπινα σύμπαντα που ξεφουσκώνουν με ένα φςςςςς μέχρι που εξαφανίζονται τελείως. Πουφ.

Στο σπίτι υπάρχει σιωπή.

“Επιτέλους”.

Ο σεφ βγάζει την ποδιά του και παίρνει το καπέλλο του απο την κρεμάστρα της εισόδου. Ανοίγει την πόρτα, ρίχνει μια τελευταία ματιά στο αντικέ αποικιακό εσωτερικό του, τώρα λεκιασμένο με δυο ανεπαίσθητες μωβ κηλίδες κοντά στη σκάλα και φεύγει, σφυρίζοντας ένα χαρούμενο σκοπό. Θα δώσει το βιβλίο στο ζητιάνο που στέκεται, σιωπηλός πια, έξω και θα κατευθυνθεί στο σταθμό λεωφορείων με γρήγορο βήμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου